Green Book Review 

Ένα βαθιά ανθρώπινο ταξίδι ήχων, χρωμάτων και εμπειριών στην καρδιά του Αμερικανικού Νότου

Green Book Review

Ποιός το φανταζόταν ότι ο δημιουργός του Dumb and Dumber (1994) και του There's Something About Mary (1998), με την φιλμογραφία του να χαρακτηρίζεται κυρίως από μία γκάμα ανάλαφρων κωμωδιών, θα μεταπηδούσε τελικά από το συγκεκριμένο είδος σε εκείνο ενός στιβαρού βιογραφικού δράματος εποχής όπως είναι το Green Book! Και γιατί όχι;! Ο Peter Farrelly έβαλε ένα προσωπικό στοίχημα, το οποίο ευνοούν από τώρα τα προγνωστικά για την 91η διοργάνωση των Βραβείων της Ακαδημίας, φέρνοντας το project αυτό της Participant Media πολύ κοντά ακόμη στο να κατακτήσει Χρυσό Αγαλματίδιο.

Το εν λόγω φαβορί που δείχνει να προπορεύεται στην παραπάνω κούρσα, έκανε το ντεμπούτο του αρχικά στο Φεστιβάλ του Τορόντο απ’ όπου έφυγε με το Βραβείο Κοινού. Διεκδίκησε πέντε υποψηφιότητες στις Χρυσές Σφαίρες, ενώ απέσπασε τον τίτλο του καλύτερου φιλμ για το 2018 βάσει του Εθνικού Συμβουλίου Κριτικών Κινηματογράφου, φιγουράροντας παράλληλα στην δεκάδα ταινιών που ξεχώρισε το American Film Institute. Πέρα από όλες αυτές τις διακρίσεις, το φιλμ συνεχίζει ακάθεκτο να αιχμαλωτίζει την προσοχή και να εισπράττει αβίαστα τα θετικά σχόλια των θεατών, και όχι άδικα.

Ο Peter Farrelly κάθισε στην καρέκλα του σκηνοθέτη για να μας αφηγηθεί μία μυθοπλασία που βασίζεται σε αληθινά γεγονότα (κάτι με το οποίο διαφωνούν όσοι την επικρίνουν για ιστορικές ανακρίβειες) ή τουλάχιστον αφορμάται από τα υπαρκτά πρόσωπα που υποτίθεται ότι μετείχαν σε αυτά. Σε έναν από τους πιο αξιόλογους ρόλους τους στο πανί της μεγάλης οθόνης, αφενός ο πρωταγωνιστής της επικής τριλογίας του Άρχοντα των Δαχτυλιδιών, Viggo Mortensen (Captain Fantastic, Eastern Promises) και αφετέρου ο Mahershala Ali (Moonlight, House of Cards, The Curious Case of Benjamin Button), κάτοχος ήδη ενός Όσκαρ, δίνουν ρεσιτάλ ερμηνείας υποδυόμενοι ένα αταίριαστο δίδυμο σε μία από τις πιο ξεχωριστές και υποβλητικές κινηματογραφικές διαδρομές στην βιομηχανία του θεάματος.

Το Πράσινο Βιβλίο επικεντρώνεται στον Ιταλοαμερικανής καταγωγής μπράβο και μετέπειτα ηθοποιό (The Sopranos, Donnie Brasco, Goodfellas) και συγγραφέα (Shut Up and Eat!), Tony Vallelonga ή αλλιώς ‘Tony Lip’ όπως ήταν το παρατσούκλι του. Το 1962, έχοντας απολυθεί ύστερα από ένα άγριο καυγά, βγαίνει και πάλι στην αγορά εργασίας για να εξασφαλίσει τα προς το ζην για εκείνον και την οικογένειά του. Ανέλπιστα λοιπόν, τον ειδοποιούν πως υπάρχει μία εύπορη και σεβαστή προσωπικότητα που αναζητά κάποιον ως σοφέρ. Ο Τony στην συνέντευξή του για δουλειά στις πολυτελείς εγκαταστάσεις του θεάτρου Carnegie Hall ανακαλύπτει ότι ο υποψήφιος εργοδότης του είναι ο τζαμαϊκανών ριζών Dr. Don Shirley, ένας από τους πιο περίφημους συνθέτες και πιανίστες της τζαζ διεθνώς, ο οποίος θέλει να τον προσλάβει ως οδηγό-σωματοφύλακα σε μία σειρά συναυλιών που έχει δρομολογήσει για ένα τρίμηνο μέσα στον Βαθύ Αμερικανικό Νότο.

Σε ένα ταραχώδες διάστημα για τις Η.Π.Α. κατά το οποίο ακόμη οι Αφροαμερικανοί βίωναν έντονα τον ρατσισμό και τους φυλετικούς διαχωρισμούς, οι δυο τους με αφετηρία τους την Νέα Υόρκη και με ελάχιστα κοινά να τους ενώνουν βάζουν μπρος για την περιοδεία αυτή αγνοώντας ότι θα εξελιχθεί σε βίωμα και ανάμνηση μιας ολόκληρης ζωής. Με μπούσουλά τους να τους κατατοπίζει το βοηθητικό εγχειρίδιο με χώρους εστίασης και καταλύματα για έγχρωμους, το “Negro Motorist Green Book του Victor Hugo Green, κατευθύνονται σε ασφαλείς προορισμούς ώστε να αποφύγουν ανεπιθύμητους μπελάδες στην πορεία τους πέρα από την συνοριακή γραμμή Mason-Dixon. Βέβαια, ως συνήθως οι αναποδιές είναι μέσα στο πρόγραμμα, κάτι που θα συνειδητοποιήσουν αμφότεροι καθ’ οδόν, με τις συγκυρίες να τους επιφυλάσσουν τόσο ευχάριστες όσο και δυσάρεστες καταστάσεις στην περιπέτεια που μοιράζονται.

Εν προκειμένω, ο σκηνοθέτης μας παραδίδει ένα έργο που κατά κάποιον τρόπο θα μπορούσε να συνιστά την ανάγνωση του Driving Miss Daisy με την ανάποδη φορά, στο οποίο ναι μεν υπάρχει η πινελιά του συγκινησιακού στοιχείου χωρίς ωστόσο να το παραφουσκώνει με δακρύβρεχτους διαλόγους ποτισμένους με υπέρμετρους συναισθηματισμούς. Η υπόθεση περιέχει μετρημένες και κατάλληλα τοποθετημένες χιουμοριστικές ατάκες και επεισόδια αλλά και μία πινελιά από μελόδραμα ίσα ίσα για να την νοστιμίσει, και να ελαφρύνει κάπως το κατά τ’ άλλα βαρύ κλίμα που την περιβάλλει. Ο Farrelly επιμελήθηκε ένα σφιχτό σενάριο μαζί με τον Brian Currie, αλλά και τον Nick Vallelonga, γιο του Tony, που διέθεσε υλικό από τις επιστολές του πατέρα του προς την μητέρα του, καθώς και από αυθεντικές μαρτυρίες των δύο φυσιογνωμιών που πρωτοστατούν εδώ.

Δύο εκ διά μέτρου αντίθετοι χαρακτήρες διανύουν όχι μονάχα χιλιόμετρα ασφάλτου αλλά και την τεράστια απόσταση ιδιοσυγκρασίας, νοοτροπίας και κουλτούρας που μεσολαβεί ανάμεσά τους, για να τα βρουν κάπου στην μέση. Από τη μία βλέπουμε έναν ταλαντούχο καλλιτέχνη με διδακτορικούς τίτλους σπουδών στην ψυχολογία και την μουσική όπου απέκτησε κλασική παιδεία από νεαρή ηλικία και πρόσθεσε αργότερα στο ενεργητικό του πολλές αριστουργηματικές εμφανίσεις. Ένα ιδιόρρυθμο, μοναχικό άτομο με μεγάλες περγαμηνές, φινέτσα, υψηλή μόρφωση και εξεζητημένη αισθητική. Φλεγματικός, ισορροπημένος, συγκροτημένος και εγκρατής. Μία ήρεμη δύναμη θα έλεγε κανείς, που πότε πότε επιδεικνύει αλαζονεία και σνομπισμό απέναντι στα χοντροκομμένα χούγια του λευκού οδηγού του που απέχει τρομερά από εκπροσώπους της δικής του κλάσης.

Από την άλλη, ο άνθρωπος που τον εξυπηρετεί είναι μεσοαστός, πολυλογάς, ντόμπρος, ευθύς, αυθόρμητος, όχι και τόσο καλλιεργημένος ή εκλεπτυσμένος από άποψη γούστου ή φερσίματος. Ώρες ώρες γίνεται πολύ οξύθυμος και χειμαρρώδης, με τον αυτοέλεγχό του να εξανεμίζεται στο λεπτό. Είναι μονοκόμματος και τραχύς αφού στο προηγούμενο πόστο του έπρεπε να συναναστρέφεται και με θρασείς τύπους της νύχτας που δεν γνώριζαν καν από στοιχειώδη ευγένεια πόσο μάλλον δε με μέλη της μαφίας που σύχναζαν στα κέντρα διασκέδασης όπου δούλευε ως πορτιέρης. Αποπνέει μία εκρηκτική μεσογειακή σπιρτάδα και είναι εργατικός. Λιγότερο αναλυτικός ή θεωρητικός, έχει πιο χαλαρό σκεπτικό. Διαχειρίζεται τις περιστάσεις πιο πρακτικά και διεκπεραιωτικά παρά φιλοσοφημένα.

Το δίπολο του έγχρωμου και του λευκού παρουσιάζεται μέσα από την ασυνήθιστη για εκείνα τα δεδομένα σχέση αλληλεπίδρασης τους η οποία προσέκρουε στην τότε καθεστηκυία τάξη πραγμάτων. Οι αντιθέσεις που συνέχουν τον πυρήνα της εξιστόρησης αντανακλούν τις διαφορές όσον αφορά την κοινωνική διαστρωμάτωση σε Βορρά και Νότο, τις πολιτιστικές και οικονομικές αποκλίσεις τόσο στο ένα μέρος όσο και στο άλλο.

Το εγχείρημα αυτό επιπλέον, εσωκλείει ένα εύστοχο και επίκαιρο μήνυμα απέναντι στην ξενοφοβία, τις τοξικές παθογένειες και το τυφλό μίσος που πηγάζει από ανορθόδοξα στεγανά για την ανωτερότητα ενός λαού εις βάρος άλλου. Καυτηριάζει συμπεριφορές που ενθαρρύνουν τις ανισότητες, αποβάλλοντας εντούτοις, το πομπώδες ύφος ενός στείρου ηθικολογικού διδακτισμού. Τα βροντερά εντυπωσιοθηρικά κλισέ σχεδόν απουσιάζουν, με το κοινωνικό περικείμενο του καιρού εκείνου να αποτυπώνεται ρεαλιστικά χωρίς εξάρσεις ή βαρύγδουπα αντιρατσιστικά λογύδρια σε καταγγελτικό τόνο.

Υπάρχουν στιγμές που θα σε ξαφνιάσουν χωρίς ωστόσο να αποτελούν μία ουρανοκατέβατη ανατροπή με την έννοια του συνταρακτικά απρόβλεπτου ή του πρωτοφανούς, λ.χ η σεκάνς όπου θα ανιχνεύσεις και την ενδοφυλετική προκατάληψη την οποία συναντά μεταξύ άλλων ο Don Shirley. Αλλά η ροή με την οποία εκτυλίσσεται η όλη πλοκή κυλάει σαν γάργαρο νερό. Τα επεισόδια εναλλάσσονται με ρυθμό πολύ στρωτό που κάθε άλλο παρά σου προκαλεί πλήξη ή δυσανασχέτηση. Η πρωτοτυπία του φιλμ έγκειται ακριβώς στην απλότητα αλλά και στην πιστότητα με την οποία προχωρά η δράση. Μάλιστα αυτό επιτυγχάνεται πολύ ευρηματικά, άμεσα και παραστατικά χάρη και στην απόδοση καθιερωμένων συνηθειών και πρακτικών της περιόδου εκείνης, όπως για παράδειγμα τα γράμματα που στέλνει κάθε τόσο ο Tony στην σύζυγό του, Dolores (Linda Cardellini), με λίγη βοήθεια όμως και από το αφεντικό του.

Πρόκειται για έναν εξαίσια στυλιζαρισμένο μύθο του σινεμά με ρετρό φόντο που μοιάζει να ξεπηδά γεμάτος ζωντάνια από τα περασμένα, διαπνεόμενος από μία αμιγώς ανθρωποκεντρική προσέγγιση. Εκπέμπει μία ενέργεια σαγηνευτική, μία αύρα αλλιώτικη, με το ζεστό, υπνωτιστικό ηχόχρωμα από τζαζ μελωδίες. Μία απίθανη φιλία χτίζεται λιθαράκι λιθαράκι με την αμοιβαία εμπιστοσύνη και κατανόηση να έρχονται άλλοτε μέσα από αστεία και άλλοτε από πιο σοβαρά σκηνικά που επιφέρουν οι αναδυόμενες προκλήσεις. Το έδαφος για την μεταστροφή και το δέσιμο των ηρώων καλλιεργείται σιγά σιγά. Δοκιμάζουν τους εαυτούς τους στα δύσκολα, προβαίνοντας σταδιακά σε μικρές ή μεγάλες υπερβάσεις αλλά και υποχωρήσεις.

Αναθεωρούν, μαθαίνουν ο ένας από τον άλλον. Αποδέχονται τις ιδιαιτερότητές τους, παρά το ότι μέχρι πρότινος ήταν αμετακίνητοι και οι δυο τους στις πεποιθήσεις που νόμιζαν ότι τους αντιπροσωπεύουν πλήρως. Οι αντιφάσεις που ενυπάρχουν στην ειλικρινή και ουσιαστική επικοινωνία τους αποβαίνουν λειτουργικές. Αντιλαμβάνονται πως δεν χρειάζεται ούτε να συμβαδίσουν κατ’ ανάγκη στο ίδιο τέμπο, ούτε να αποδείξουν στους άλλους το ποιοί είναι. Διαπιστώνουν ότι είναι εντελώς μάταιο και στενόμυαλο το να αυθυποβάλλονται σε μία διαδικασία επιβεβαίωσης των συμβάσεων και των στερεοτύπων που συνδέονται με τις καταβολές τους. Καθένας τους πασχίζει να υπερασπιστεί την αξιοπρέπεια και την πολυσχιδή ταυτότητά του ως ξεχωριστή οντότητα, αλλά και να κερδίσει από τον πλούτο μίας γόνιμης συνεργασίας και έπειτα παρέας.

Καθώς παρακολουθείς το Green Book, ως νοερός συνεπιβάτης των Viggo Mortensen και Mahershala Ali στο γλυκόπικρο αυτό ατμοσφαιρικό τουρνέ στην ενδοχώρα των Νότιων Πολιτειών, ετοιμάσου για ένα δικό σου ταξίδι εσωτερικής αναζήτησης και εξερεύνησης πάνω στους τέσσερις τροχούς μίας τιρκουάζ Cadillac, με το εκπληκτικό soundtrack του Kris Bowers και την πανέμορφη φωτογραφία του Sean Porte να σε συνοδεύουν σαν ένα απαλό, ούριο αεράκι.

Βρείτε την ταινία στο IMDB

0 comment(s)


<