True Detective – Αφιέρωμα στην 1η σεζόν 

Λίγο πριν το χείλος της αβύσσου, κάπου εκεί γεννιούνται οι πιο ξεχωριστοί καταραμένοι ήρωες

True Detective – Αφιέρωμα στην 1η σεζόν

Θα ‘χεις ακούσει γι’ αυτούς. Μορφές αλλιώτικες, απόμακρες, μοναχικές, που αποπνέουν μία αύρα θαμπή και στενόχωρη σαν να ‘χουν σηκώσει το βάρος ολάκερης της γης στις πλάτες τους. Άλλοτε σου συστήνονται ξεπηδώντας από τις σελίδες noir μυθιστορημάτων. Άλλοτε πάλι ζωντανεύουν στο πανί της μεγάλης οθόνης, όμως ενίοτε παίρνουν σάρκα και οστά μέσα από τηλεοπτικές ανθολογίες μυστηρίου. Συμπαρασύρουν και ‘σένα σε τρομακτικούς γρίφους, σε εφιαλτικά διλήμματα και καταστάσεις όπου εκεί τα ‘τέρατα’ που παραμονεύουν δεν βγαίνουν μέσα από παραμύθια, αλλά φωλιάζουν στα μύχια της ψυχής από όντα με πρόσωπο και όνομα.

Οι βασανισμένες φιγούρες που επέλεξαν να αναμετρηθούν μαζί με αυτά, συνθέτουν το δικό τους αφήγημα για την πορεία τους από το σκοτάδι στο φως, για τα λιγοστά ξέφωτα ελπίδας που συνάντησαν κατά την διαδρομή τους προς τα εκεί. Έχουν να σου ομολογήσουν πώς έπεσαν, πώς κατόρθωσαν να περιμαζέψουν τα κομμάτια τους και να ανασκουμπωθούν για να συνεχίσουν ξανά το δύσκολο ταξίδι τους προς αυτό που αναγνωρίζουν ως ηθικό και δίκαιο. Αν περιμένεις να αντικρίσεις ατσαλάκωτους, εξιδανικευμένους υπερασπιστές του ‘καλού’, απατάσαι. Αυτές οι προσωπικότητες δεν έχουν φτιαχτεί από τις αράδες ενός ωραιοποιημένου μύθου. Είναι βαθιά ανθρώπινες τόσο ως προς αδυναμίες και τα ελαττώματά τους, όσο και ως προς τις αρετές και τα πιο μεγάλα τους προτερήματα.

Είναι οι καταραμένοι ήρωες που έχει ανάγκη τούτος ο κόσμος, και ας είναι ένα αποκύημα της φαντασίας. Δεν παύουν να λειτουργούν σαν ένα νοερό καταφύγιο στο οποίο προστρέχεις αυθόρμητα, ναι μεν χωρίς να ξεστρατίσεις από την άνεση και την ασφάλειά σου, αλλά που το επικαλείσαι σαν παρήγορη σκέψη όταν μία πρόκληση ορθωθεί στο διάβα σου. Σου είναι ξεκάθαρο ότι υπό φυσιολογικές συνθήκες ευτυχώς η δική σου πραγματικότητα θα υπολείπεται σε μέγεθος κινδύνου εκείνης των δικών τους περιπετειών. Παρόλαυτα, δεν σε εμποδίζει τίποτε να προβείς στις συνακόλουθες συγκρίσεις, ούτε το να παραδεχτείς ότι οι συγκεκριμένοι ήρωες δεν θα τα παρατούσαν έως ότου τα καταφέρουν ή χάσουν προσπαθώντας.

«Δεν βαριέμαι ποτέ να την λέω, ξέρεις, είναι κάτι σαν ιστορία-θρύλος»

Το αστυνομικό δίδυμο των ‘Rustin Spencer Cohle’ και ‘Martin Eric Hart’ από την 1η σεζόν του βραβευμένου με πέντε Emmy, True Detective, ανταποκρίνονται κάλλιστα ως ενδεικτικό παράδειγμα των ανωτέρω. Ασυναίσθητα καθένας τους εκ των πραγμάτων υποστηρίζει το προαναφερθέν γνώρισμα κι ας μην το θέλει. Πιθανότατα κιόλας να μην μπορούσαν καν να το αποτινάξουν από πάνω τους ακόμη και αν τους παρέχονταν άλλη μία ευκαιρία να ξαναζήσουν από την αρχή όσα πέρασαν.

Τους δύο τόσο ανόμοιους αυτούς άνδρες ενσάρκωσαν αριστοτεχνικά το 2014 ο νικητής του Χρυσού Αγαλματιδίου, Matthew McConaughey (Dallas Buyers Club) και ο υποψήφιος από την Ακαδημία, Woody Harrelson (Three Billboards Outside Ebbing, Missouri) αντίστοιχα. Ο σεναριογράφος Nic Pizzolatto (The Magnificent Seven, The Killing) με την εμβληματική του πένα και ο Cary Joji Fukunaga (Beasts of No Nation, Jane Eyre, Sin Nombre) με την αξιοζήλευτη σκηνοθετική του μανιέρα απέδειξαν περίτρανα ότι κατέχουν εξαιρετικά καλά το αστυνομικό δράμα, πλάθοντάς τους αξέχαστους αυτούς χαρακτήρες. Βολέψου λοιπόν, αναπαυτικά στο κάθισμά σου, και άφησέ με να σε καθοδηγήσω πίσω, εκεί όπου ξεκίνησε η ιστορία τους.

Ο μίτος της πλοκής ξετυλίγεται σε τρεις διαφορετικές χρονικές περιόδους καλύπτοντας το εύρος περίπου δεκαεπτά χρόνων, με συνταρακτικές αλήθειες και την φρίκη μίας ανείπωτης τραγωδίας να φανερώνονται σταδιακά. Την αφήγηση εδώ συνέχει κατά βάση το μοτίβο της αναδρομής συχνά με την χρήση του εγκιβωτισμού όπου η αναπαράσταση των γεγονότων, διηθημένη κυρίως μέσα από την οπτική των δρώντων, δεν τηρεί απαραίτητα μία ευθεία χρονολογική αλληλουχία. Εντός της καθεαυτού περιγραφής μεσολαβούν εμβόλιμα και άλλες επιμέρους που μοιάζουν να διακόπτουν την κανονική της ροή, συμβάλλοντας όμως έτσι στο να διαφωτιστούν περαιτέρω πτυχές του όλου θέματος, αθέατες ή λιγότερο ευδιάκριτες. Ψηφίδες που αρχικά έλειπαν, στην συνέχεια με flash backs τοποθετούνται εύστοχα και στρατηγικά σε καίρια σημεία. Τα περασμένα αναβιώνουν και ξεδιαλύνουν πολλά ερωτηματικά του σήμερα, με τις εναλλαγές ανάμεσα στο παρόν (2012) και στο παρελθόν (1995, 2002) να δένουν αρμονικά σε αυτήν την φαινομενικά κατακερματισμένη εξιστόρηση.  

Καθώς επικρατούν οι μεταβάσεις από το τότε στο τώρα και τούμπαλιν, προφανώς και σκιαγραφείται το εκάστοτε πλαίσιο όπου σε εισάγει η κάθε μία. Τα τεκταινόμενα εκτυλίσσονται και εσύ έχεις το πλεονέκτημα της σκοπιάς ενός αόρατου, πανταχού παρόντα παρατηρητή. Αφενός, παρακολουθείς τους ‘Maynard Gilbough’ και ‘Thomas Papania’ των Εσωτερικών Υποθέσεων να κατακλύζουν με έναν καταιγισμό ερωτήσεων τους ‘Rust’ και ‘Marty’ για να εξακριβώσουν αν ψεύδονται ή πέφτουν σε αντιφάσεις όσον αφορά την διαδικασία της συνέντευξης όπου υποβάλλονται χωριστά. Και από την άλλη, μέσω της ανάκλησης των εμπειριών που αποκόμισαν οι τελευταίοι, είναι σαν να μετέχεις και εσύ σε ό,τι εντυπώθηκε ανεξίτηλα στην μνήμη και τον ψυχισμό τους. Οπωσδήποτε υφέρπει ο υπαινιγμός ότι στην έρευνα τους συνέβησαν αστοχίες, αναποδιές που οφείλονταν είτε σε λάθος εκτιμήσεις είτε στον απρόβλεπτο παράγοντα. Η ίντριγκα χτίζεται περίτεχνα, λίγο λίγο πάνω σε πέπλα μυστηρίου. Η σειρά προχωράει, με τα κενά να γεμίζουν βαθμιαία ενώ παρέχεται το περιθώριο που χρειάζεται για την εμβάθυνση των πρωταγωνιστών και των δευτεραγωνιστών.

Κάπου κάπου, λοιπόν, μεταφερόμαστε στον χρόνο του πιο καθοριστικού συμβάντος, με ορόσημο την 3η Ιανουαρίου εν έτει 1995 στη Louisiana, σε μία λησμονημένη από τον Θεό επαρχιακή πόλη του γοτθικού Αμερικανικού Νότου, το Erath. Καταμεσής της φυτείας Oak Alley, ενός χωραφιού με ζαχαροκάλαμα στέκει μία πανύψηλη, γριά οξιά. Ένας απαλός άνεμος χαϊδεύει νωχελικά τα φύλλα της, με το σιγανό θρόισμα τους να γεμίζει τον αέρα σαν ένας πένθιμος, αργόσυρτος σκοπός. Καθισμένο σε παρακλητική στάση μπροστά απ’ τον κορμό του δέντρου, βρίσκεται το άψυχο σώμα μίας γυμνής κοπέλας με πυρόξανθα μαλλιά, όμοια με νύμφη του δάσους απ’ την οποία λείπει όμως η ζωογόνος ανάσα.

Τα μάτια της σκεπάζονται από ένα μαντήλι. Στο κεφάλι της είναι πλεγμένο σαν στέμμα ένα στεφάνι από αποξηραμένα κλωναράκια απ’ το οποίο προεξέχουν τα κέρατα ενός ελαφιού ενώ στην πλάτη της είναι ζωγραφισμένο ένα καμπυλώδες σχέδιο. Στην κοιλιακή της χώρα φέρει πολλαπλά θανάσιμα τραύματα από μαχαίρι, με εμφανή επίσης στον λαιμό της και σημάδια στραγγαλισμού. Όσο η ομάδα της σήμανσης ‘χτενίζει’ την τεράστια έκταση για την συλλογή τεκμηρίων, σπεύδουν εκεί και οι ντετέκτιβ ‘Rust Cohle’ και ‘Marty Hart’ του Τμήματος Εγκληματολογικών Ερευνών της πολιτείας.  

Το ανατριχιαστικά μακάβριο σκηνικό, αποτέλεσμα της διεστραμμένης φαντασίωσης ενός νοσηρού νου, καταλύει κάθε έννοια λογικής και ενσυναίσθησης προκαλώντας σε δευτερόλεπτα μούδιασμα και αποτροπιασμό. Πρόκειται για την ειδεχθή και αφόρητα μιαρή πράξη ενός κατά συρροή δολοφόνου ο οποίος την θαυμάζει και την ειδωλοποιεί. Την αποκρουστική εικόνα από το απόκοσμο τελετουργικό θανάτου έρχεται να επισφραγίσει η ίδια η υπογραφή του δράστη, μία περίεργη, πυραμιδική κατασκευή από κλαριά, σαν παγίδα για πουλιά.

Έκτοτε ο ‘Rust’ και ο ‘Marty’ πιάνουν το νήμα μίας πολύ περίπλοκης υπόθεσης. Αναλαμβάνουν να την διαλευκάνουν, πασχίζοντας να καταλάβουν τα κίνητρα του ενόχου και να αποκρυπτογραφήσουν τα μυστικιστικά, αρχετυπικά σύμβολα-δείκτες που κυριαρχούν στον δαιδαλώδη λαβύρινθο του διαταραγμένου του μυαλού. Οι εν λόγω επιθεωρητές διεξάγουν εναντίον του ένα αμείλικτο ανθρωποκυνηγητό, αγνοώντας εντούτοις, πως η αποστολή αυτή θα αποβεί σε ένα δυσβάσταχτο φορτίο, ένα τίμημα που μακροπρόθεσμα στοιχειώνει τα βήματά τους και θα τους στοιχίσει σχεδόν τα πάντα.

«Δεν διαλέγεις μήτε τους γονείς, μήτε τους συναδέλφους σου»

Αν σίγουρα ξεχωρίζουν για κάτι ο ‘Marty’ και ο ‘Rust’ είναι το ότι πρόκειται για δύο εκ διαμέτρου αντίθετες φυσιογνωμίες από άποψη νοοτροπίας, ιδεολογίας και ιδιοσυγκρασίας. Κατά προσέγγιση: αν ο ‘Marty’ είναι ο τύπος που βλέπει το ποτήρι μισογεμάτο, ο ‘Rust’ είναι ο τύπος που διατείνεται να ψάξεις κατευθείαν για την πρώτη ρωγμή, όντας εκ προοιμίου βέβαιος για αυτό.

i) “Τί έχετε ακούσει εσείς για ‘μένα;”

Πες λοιπόν, ότι απέναντί σου κάθεται κατά διαστήματα η μεσήλικη, πιο τραχιά εκδοχή του αγέρωχου Rust με: μακριά μαλλιά πιασμένα σε κοτσίδα, μουστάκι, ρυτίδες να αυλακώνουν το μέτωπο και τα μάτια του, και τα μανίκια του πουκαμίσου του μαζεμένα μέχρι τον αγκώνα απ’ όπου ξεπροβάλλουν οι μαύρες φτερούγες και το ράμφος από το τατουάζ “κοράκι” που καλύπτει το δέρμα εκείνο στο δεξί του χέρι. Εκπνέει τον καπνό του τσιγάρου του με ένα αυτάρεσκο τουπέ. Απευθύνεται στους αστυνομικούς αντίκρυ του, ρίχνοντας μηχανικά και καμιά φευγαλέα ματιά προς την κάμερα που καταγράφει τις απαντήσεις του. Στο τραπέζι ακουμπισμένα μπροστά του μία κούπα “Big Hug Mug” που την χρησιμοποιεί σαν σταχτοδοχείο, ένα φλασκί για ουίσκι, και μία εξάδα μπύρες “Lone Star” με κάμποσες από αυτές να τις έχει μετατρέψει με τον σουγιά του σε μεταλλικά ανθρωπάκια.

Δες όμως και την απόκλιση που υπάρχει ανάμεσα σε τούτη και την άλλη του όψη, την νεότερη, κάποιου που έχει πατήσει τα τριάντα, ενός άνδρα που δεν τον έχει αγγίξει και τόσο ο χρόνος. Λιπόσαρκος αλλά νευρώδης, με αθλητική κορμοστασιά. Είναι κοντοκουρεμένος, ξυρισμένος, φοράει κοστούμι και γραβάτα. Σκανάρει με απερίσπαστη συγκέντρωση το αντικείμενο του ενδιαφέροντός του. Ορισμένοι τον αποκαλούν περιπαικτικά με το προσωνύμιο “Εφοριακός” μιας που στα χέρια του συνηθίζει να κρατά ένα σκουρόχρωμο, σκληρόδετο τετράδιο το οποίο παραπέμπει σε λογιστικό κιτάπι. Πάντα με σχολαστικότητα και προσήλωση στην λεπτομέρεια, ώστε να μην του διαφύγει τίποτα, πότε σημειώνει και πότε σκιτσάρει το παραμικρό που θα βοηθούσε να λύσει την υπόθεση για να το έχει στην διάθεσή του. Επιμένει να διασώζει όσο πιο πιστά γίνεται όποια πληροφορία χρήσιμη ως στοιχείο.

Οι ασυναγώνιστες ανακριτικές του δεξιότητες έχουν προσθέσει στο ενεργητικό του δεκάδες ομολογίες, όντας ικανότατος να τις αποσπάσει από τους περισσότερους υπόπτους μόλις στα πρώτα 10’. Εύστροφος, καταρτισμένος, αφοσιωμένος, παρατηρητικός, φλεγματικός, ακλόνητος, με βλέμμα κοφτερό, διεισδυτικό στο οποίο ωστόσο λανθάνει και μία δόση μελαγχολίας. Δικαιολογημένο. Κουβαλάει μέσα του το φάντασμα μίας μελανής προϊστορίας που τον έχει σκληραγωγήσει, τον έχει ωριμάσει,  διαβρώνοντας σαν σκουριά το συναίσθημά του, αποστραγγίζοντάς τον σχεδόν εντελώς από αυτό. Η ψυχική κόπωση και η απόγνωση από τα δεινά που υπέμεινε τον έχουν παροπλίσει από κάθε ελπίδα. Έχουν αγκιστρωθεί γερά πάνω του, γενόμενα προέκτασή του. Το σχεδόν αδιαπέραστο περίβλημα σκληρότητας που τον τυλίγει είναι το οδυνηρό ενθύμιο που του άφησαν. Η απώλεια της δύο ετών κόρης του, ‘Sophia’, σε αυτοκινητιστικό δυστύχημα παραμένει μία ανεπούλωτη πληγή. Ο ‘Rust’ βίωνε το πένθος του ξεσπώντας στο αλκοόλ και εμφανίζοντας βίαιες εξάρσεις στην δουλειά του, αγωνιζόμενος να συμβαδίσει με τα νέα δεδομένα. Εν τω μεταξύ, από την εξιχνίαση ληστειών μετατέθηκε στην Δίωξη.

Η συνύπαρξή του με την ‘Claire’ σύντομα κατέληξε τοξική και δεν άργησε να φτάσει σε τέλμα. Λίγο αργότερα, εν ώρα καθήκοντος σε μία έκρηξη θυμού εκτέλεσε εν ψυχρώ έναν διακινητή που έδινε ναρκωτικά το παιδί του. Ο εισαγγελέας του πρότεινε να εξαγοράσει την ποινή του με το να εργαστεί επ’ αόριστον ως μυστικός στο πόστο που ήταν. Επί μία τετραετία κινούνταν στην αγορά των ψυχοτρόπων ουσιών με το ψευδώνυμο ‘Crash’. Οι φάκελοί του αυτοί μέχρι πρότινος έμεναν σφραγισμένοι, με το περιεχόμενό τους άκρως απόρρητο. Συνέχισε να είναι έτσι στην υπηρεσία του Νόμου, ώσπου σε μία ανταλλαγή πυρών στο λιμάνι του Houston εξουδετερώνει τρία μέλη των καρτέλ και ο ίδιος τραυματίζεται από τρία σκάγια.

Διακομίζεται στο νοσοκομείο και από εκεί για απεξάρτηση στην Ψυχιατρική Κλινική North Shore, του Lubbock. Παρά το ότι του προσφέρθηκε η δυνατότητα να συνταξιοδοτηθεί, αρνήθηκε να αποσυρθεί από την ενεργό δράση. Αίτημά του να τον μετατάξουν στο Ανθρωποκτονιών, όπως κι έγινε. Για καιρό υπέφερε καθημερινά από αϋπνίες, πονοκεφάλους, σύνδρομο μετατραυματικού στρες, εξουθένωση αλλά καμιά φορά και από οπτικές ψευδαισθήσεις λόγω του πρότερου εθισμού του στην κοκαΐνη. Μάλιστα, κάποτε μες στο αυτοκίνητο του ‘Marty’ είναι σαν να βλέπει ένα φλεγόμενο, ιριδίζον κύμα να πυρακτώνει τον ορίζοντα. Σε άλλη πάλι φάση ατενίζει στον ουρανό ένα σμήνος πουλιών που μοιάζει να πετά σε ελικοειδή σχηματισμό όπως η ακατάληπτη σπείρα στο κορμί της ‘Dora Lange’, της ιερόδουλης και χρήστη που βρέθηκε νεκρή στο Oak Alley.

Ο ‘Rust’ δεν είναι η πιο εύκολη περίπτωση ανθρώπου να συμβιώνει κανείς μαζί του και το ξέρει. Η νόησή του αψηφά την πεπατημένη και τα στενά της καλούπια. Πάει συνειδητά κόντρα στην νόρμα. Άλλοι θα τον πουν φευγάτο. Ποσώς τον νοιάζει! Είναι αυτόνομος, ιδιόρρυθμος, ισχυρογνώμων, επικριτικός, και ώρες ώρες ψυχρά υπολογιστικός και κυνικά καυστικός. Εξακοντίζει χωρίς περιστροφές ή τύψεις, δηκτικά σχόλια για να τσιγκλήσει τον άλλον, να τον βολιδοσκοπήσει και να εκμαιεύσει αντιδράσεις. Όχι δεν πιστεύει σε μία ανώτερη δύναμη. Είναι αμετανόητος ορθολογιστής. Ασπάζεται έναν μηδενιστικό, πεσιμιστικό ρεαλισμό όπως επισημαίνει με ευφράδεια μέσα από ένα ζοφερό του απόφθεγμα.

Αμφιβάλει ότι τούτος ο κόσμος έχει τα φόντα να βελτιωθεί, να εξελιχθεί. Ίσα ίσα εκφέρει την γνώμη ότι προτιμότερο για την ανθρωπότητα θα ήταν το να απαρνηθεί τον εγγενή μηχανισμό της για διαιώνιση και να βαδίσει προς τον αφανισμό της, αφού η ύπαρξή της και μόνο συνιστά κατάφωρη παραβίαση της φύσης. Δεν προβαίνει στο απονενοημένο διάβημα διότι όπως υπογραμμίζει δεν διαθέτει το κουράγιο να επιβληθεί στον έμφυτο προγραμματισμό του. Την υπόσχεση περί θείας ανταμοιβής στην αντιπέρα όχθη την απορρίπτει κατηγορηματικά ως σαθρή και τελείως υποκριτική, σαν ένα χυδαίο και αφελές ψέμα που εσωκλείει μία φαρισαϊκή ηθική. Δηλώνει παγερά αδιάφορος απέναντι στον ρηχό διδακτισμό περί χρηστών ηθών, κυρίως από όσους εμμένουν αποκλειστικά σε εντυπωσιοθηρικά κηρύγματα για το θεαθήναι.

Θεωρεί πολύτιμο επίτευγμα το ότι ο ίδιος έχει κατακτήσει τον βαθμό αυτεπίγνωσης που χρειάζεται την στιγμή που η πλειονότητα από κοντόφθαλμη και εγωιστική άρνηση αδυνατεί να φτάσει σε έναν τέτοιο επίπεδο αυτογνωσίας. Έχει εναγκαλιστεί με την μοναξιά του. Αν εξαιρέσει κανείς την εργασία του, ζει αυτάρκης και ολιγαρκής στο περιβάλλον αυτοεξορίας του με στοίβες από βιβλία της Εγκληματολογικής Ψυχολογίας, σε μία λιτά επιπλωμένη κατοικία με λευκούς τοίχους, κάπως απρόσωπη και μουντή, χωρίς έστω κι έναν υποτυπώδη υπαινιγμό που να αντανακλά κάτι πιο αντιπροσωπευτικά δικό του.

Ερμητικά κλειστός, αποφεύγει τις κοινωνικές συναναστροφές, πόσο μάλλον το να παρευρίσκεται σε συναθροίσεις με συνωστισμό και βαβούρα. Παρόλαυτα δεν τον πειράζει ούτε ότι και οι άλλοι κάνουν κέφι την παρέα του. Αργά ή γρήγορα αποδιώχνει άτομα από δίπλα του σαν να έχει κάτι απροσδιόριστα ψυχοφθόρο και απωθητικό που απομυζεί, εξαντλεί την ενέργειά τους. Την εσωστρέφειά του την προσιδιάζει με  έναν φαύλο κύκλο: δεν δύναται να εγγυηθεί αν επρόκειτο για ίδιον που ανέκαθεν είχε ή αν η καριέρα του συνετέλεσε προς σ’ αυτήν την κατεύθυνση.

ii)“Μπορεί να καθάρισα, αλλά ίσως να μην άλλαξα, τουλάχιστον όχι έτσι όπως θα ‘πρεπε”

Και κάπου εδώ για να εξισορροπηθεί η κατάσταση, το αταίριαστο ντουέτο έρχεται να συμπληρώσει ως αντίβαρο ο αυθόρμητος Marty. Ένα άτομο πρόθυμο για κουβέντα, ευθύ, εξωστρεφές, πιο χαλαρό και καταδεκτικό. Πότε τον βλέπεις ακόμα στο σφρίγος του, γύρω στα 30-35, ξανθό, με γυμνασμένη διάπλαση, και πότε κοντά στα 50 του, ελαφρώς πλαδαρό, με αραιωμένο μαλλί, ωστόσο με το ίδιο αφοπλιστικά ωμό λέγειν. Είναι ένας αστυνόμος επαρκής, πεπειραμένος που πολλάκις έχει ανταπεξέλθει αποτελεσματικά στο ύψος επικίνδυνων περιστάσεων. Μολονότι όμως έχουν δοκιμαστεί και εκείνου οι αντοχές, δεν επιτρέπει κάτι τέτοιο να τον πτοήσει, να τον καταβάλλει. Φιλτράρει την ρουτίνα του μέσα από ένα πιο αισιόδοξο πρίσμα. Είναι ντόμπρος, παρορμητικός, χειμαρρώδης, αθυρόστομος και με την υπομονή του να τον προδίδει μπορεί να γίνει πολύ ευερέθιστος.

Όποτε τον τριβελίζει η σκέψη της φυσικής φθοράς νιώθει άβολα. Αντιλαμβανόμενος ότι δεν θα είναι εξίσου ακμαίος και ετοιμοπόλεμος στο μέλλον, τον ζώνουν ανασφάλειες. Γι’ αυτό και κάποιες αφορμές για αυτοεπιβεβαίωση δεν παρέρχονται ανεκμετάλλευτες. Ενδίδει σε πρόσκαιρους εξωσυζυγικούς πειρασμούς (Alexandra Daddario, Lili Simmons) παρότι λατρεύει την σύζυγό του, ‘Maggie’ (Michelle Monaghan), και τις δυο του κόρες, ‘Audrey’ (Madison Wolfe, Erin Moriarty) και ‘Macie’(Meghan Wolfe, Brighton Sharbino). Όντας κάπως επιεικής με τον εαυτό του, αισθάνεται αμηχανία τις φορές που πρέπει παραδεχτεί τα σφάλματά του, και ειδικά ενώπιον του ‘Rust’ που ως μόνιμο πνεύμα αντιλογίας και είρωνας απολαμβάνει να τον στριμώχνει με τις τσουχτερές του σπόντες και τα δυσνόητα, πομπώδη φρονήματά του. Ωστόσο, ούτε και ο ‘Marty’ χαρίζεται!

Όχι ότι είναι εύθικτος, μα είναι να μην χτυπήσει κάποιος νεύρο! Του πέφτουν δυσκολοχώνευτα τα λογύδρια, τα μεγαλόσχημα λόγια και οι υποδείξεις πόσο μάλλον οι ισοπεδωτικοί ρητορικοί μονόλογοι του συνεταίρου του. Δεν ξεμακραίνει εύκολα από τις συνήθειες του. Ενστερνίζεται το απλό και το νορμάλ, συμπλέοντας με τις καθεστηκυίες πεποιθήσεις. Είναι αλλεργικός στο εξεζητημένο, το αντισυμβατικό. Βέβαια, το μότο της τυπικής αμερικανικής οικογένειας που υποτίθεται ότι έχει υιοθετήσει, ενίοτε δεν το υπηρετεί και κατά γράμμα. Κάποτε αποσυντονίζεται απ’ τα κάλλη μιας αισθησιακής γυναίκας, οπότε το συντηρητικό στυλ που κατά τ’ άλλα πρεσβεύει, για χάρη της αραιά και που το βάζει στην άκρη. Από τη μία αισθάνεται ενοχικά, μα από την άλλη έμμεσα καυχιέται που έχει ακόμα πέραση στο αντίθετο φύλο. Το ότι είναι ασταθής και επιπόλαιος, το καταλογίζει στην απαιτητικότητα και τα άγχη της καθημερινότητάς του, δικαιολογώντας τις απιστίες του σαν μία βαλβίδα αποσυμπίεσης από όσα φορτώνεται ημερησίως.

Το ζήτημα είναι ότι εν τέλει ένα από τα παράνομα ραντεβού του τον φέρνει προ των ευθυνών του, κλονίζοντας συθέμελα τον γάμο του το 2002. Η ‘Maggie’ το πληροφορείται και αποφασίζει να του αποδώσει τα όμοια, και μάλιστα με τον ‘Rust’. Η σφοδρή σύγκρουση μεταξύ των δύο συναδέλφων συμπίπτει με μία πολύ κρίσιμη καμπή, όταν μαθαίνουν πως εξακολουθεί να κυκλοφορεί ελεύθερος αυτός που αφαίρεσε την ζωή της ‘Dora Lange’ και πιθανότατα είναι αναμεμειγμένος και στην ακόμη παλαιότερη εξαφάνιση της πεντάχρονης ‘Marie Fontenot’. Δρα ανενόχλητος με τις ευλογίες ανώτερα ιστάμενων προσώπων από τον χώρο της εκκλησίας και της πολιτικής που φέρουν την επωνυμία των ‘Tuttle’.

Οι αληθινοί υπαίτιοι και ηθικοί αυτουργοί αποπειράθηκαν να υπονομεύσουν την υπόθεση εκ των έσω και δεν δίστασαν να συγκαλύψουν τα κακώς κείμενα, παρακωλύοντας την έρευνα το 1995 το διάστημα που ο ‘Marty’ και ο ‘Rust’ ξεκίνησαν να ηγούνται αυτής. Μια δεκαετία μετά αναμοχλεύοντας τα όσα σημειώθηκαν, με την στερνή του γνώση ο ‘Marty’ ακομπλεξάριστα έχει κάνει την αυτοκριτική του και έχει εξάγει γενικά τα συμπεράσματά του. Επιπλέον, αναγνωρίζει την αξία του πρώην συνεργάτη του ως επιθεωρητή κάτι που έτσι κι αλλιώς δεν είχε πρόβλημα να κάνει και στην αρχή της γνωριμίας τους παρεμβαίνοντας πυροσβεστικά ανάμεσα στον ‘Rust’ και στον διοικητή τους όποτε ανέβαιναν οι τόνοι.

Άλλωστε δεν διαγράφεται αβασάνιστα ό,τι μοιράστηκαν το 1995 μετά από ένα καλομελετημένο κόλπο των δυο τους, μόλις επιτέλους εντόπισαν την τοποθεσία από το εργαστήριο παρασκευής μεθαδόνης, το σιχαμερό άντρο τoυ ‘Reggie Ledoux’ (Charles Halford) και του ξαδέρφου του, ‘DeWall’ (Ólafur Darri Ólafsson). Οι στυγεροί αυτοί κακοποιοί, μυημένοι στην παραθρησκευτική οργάνωση που δραστηριοποιούνταν στην περιοχή, άρπαζαν παιδιά, ασελγούσαν σε αυτά και έπειτα τα σκότωναν. Περιτριγυρισμένο από αγριόχορτα και πυκνή βλάστηση, το άχαρο εκείνο κουφάρι από λαμαρίνες έστεκε σαν φάρος θανάτου, ένας μαγνήτης μαρτυρίου και αποκρουστικότητας τόσο που ο ‘Marty’ αηδιασμένος και αγανακτισμένος με την απαίσια ασχήμια που έκρυβε στα ανήλιαγα σπλάχνα του, φύτεψε εν βρασμώ μία σφαίρα στο κρανίο του ‘Reggie’ σταματώντας μια και καλή το απεχθές του παραλήρημά προς τον ‘Rust’.

Ο συνεργός του στην προσπάθειά του να αποδράσει δρασκέλισε βιαστικά το αυτοσχέδιο σύστημα με χειροβομβίδες και νάρκες που ήταν εγκαταστημένο περιμετρικά, και ανατινάχθηκε. Οι ‘Marty’ και ‘Rust’ προκειμένου να μην αποκαλύψουν την αληθινή έκβαση της επιχείρησης και βρεθούν σε επισφαλή θέση, ισχυρίστηκαν ότι ήταν σε νόμιμη άμυνα αιτιολογώντας την κατάληξη του ενός από τους δύο νεκρούς ως αναγκαίο κακό. Αν και δεν είχαν γίνει αντιληπτοί από τους εγκληματίες τους οποίους και αιφνιδίασαν καταπατώντας το κρησφύγετό τους, κατέθεσαν το αντίστροφο, ότι δηλαδή ο ‘Reggie’ και ο ‘DeWall’ τους είχαν πάρει χαμπάρι νωρίτερα και οπότε εξαπέλυσαν επίθεση εναντίον τους με αυτόματο όπλο.

Δυστυχώς, οι ντετέκτιβ εν καιρώ συνειδητοποίησαν ότι είχαν τρυπήσει απλώς την επιφάνεια ενός τόσο αρρωστημένου θέματος. Έπρεπε να διανύσουν κι άλλη απόσταση μέχρι να φτάσουν βαθιά στο υποδόριο, στις φλέβες μίας σάπιας αίρεσης, ριζωμένης στις ελώδης όχθες του Bayou Gauche και της λίμνης Lake Charles κατά μήκος του αυτοκινητόδρομου Creole Nature Trail. Γεννημένο από τα απομεινάρια παραδόσεων της κουλτούρας Cajun, από πρακτικές της λατρείας Voodoo και της Santeria, αυτό το ιδιόμορφο, αχρείο συνονθύλευμα πίστης κληροδοτούσαν από γενιά σε γενιά διεφθαρμένοι κύκλοι τοπικών αξιωματούχων, πλασάροντας ένα άμεμπτο και υπεράνω πάσης υποψίας προφίλ κάτω από το οποίο περίσσευε η σήψη και η αναλγησία. Όταν πια ο ‘Marty’ και ο ‘Rust’ εισχώρησαν στην καρδιά του απόλυτου παραλογισμού, κανείς τους δεν περίμενε αυτό που θα ακολουθούσε…

«Ξέρετε τον ‘Carcosa’, αυτόν που τρώει τον χρόνο;»

Πάνω στον καύσωνα ενός αυγουστιάτικου απογεύματος, οι ‘Marty’ και ‘Rust’ παίρνουν την Εθνική Οδό 27. Στα μισά στρίβουν σε έναν φιδογυριστό χωματόδρομο της Louisiana. Η οξεία διαίσθηση του ‘Rust’ τον προϊδεάζει για κάτι δυσοίωνο και απειλητικό. Αφού ξεψάχνισαν έντυπα, κρατικά έγγραφα, βίντεο, φωτογραφίες και μίλησαν με μάρτυρες, ανακάλυψαν την διεύθυνση του επικεφαλής της ομάδας παιδόφιλων στο Sulphur. Έχοντας ταυτοποιήσει τον δολοφόνο της ‘Lange’, της ‘Fontenot’ κ.ά, σκοπεύουν να αιχμαλωτίσουν μια για πάντα τον ‘Κίτρινο Βασιλιά’ όπως είχε αυτοανακηρυχθεί φιλάρεσκα ο ‘Errol William Childress’ (Glenn Fleshler).

Ο εν λόγω serial killer ήθελε να υφάνει γύρω από την φήμη του έναν μανδύα αποκρυφιστικών επιρροών που να εγείρουν δέος. Αυτοαναγορεύθηκε λοιπόν, έτσι από το γνωστό και στους λαβκραφτιανούς αναγνώστες “The King in Yellow”, μία ενιαία συλλογή από φουτουριστικά δυστοπικά διηγήματα υπερφυσικού τρόμου που εξέδωσε το 1895 ο Robert W. Chambers, με το ένα από αυτά, το The Yellow Sign να αναφέρεται σε μία δραματουργία  που αν τύχει να την διαβάσει κάποιος, φλερτάρει με την αγνή παράνοια.

Ο ‘Errol’ επομένως δεν είναι ένας αδέξιος ερασιτέχνης, αλλά ένας δράστης με χρόνια μέθοδο, που απορροφημένος από τις πιο σοκαριστικές συλλήψεις φαντασίας, του παράδοξου και του ανεξήγητου έχει ενσωματώσει επιλεκτικά ερεθίσματά τους στην φονική του παραφροσύνη, εφευρίσκοντας ένα καινούργιο είδος ανείπωτης φρίκης. Τον κυριεύει ένας ακόρεστος σαδισμός για όσο τυραννάει βάναυσα μέχρις εσχάτων τις δύστυχες ψυχές που κρατάει δέσμιες. Εκθειάζει τα ανοσιουργήματά του ντύνοντάς τα με μία διαστροφική θρησκευτική επίφαση, λες και το καθένα τους δεν ισοδυναμεί με μία αποκαρδιωτική κτηνωδία. Επιδεικνύει υπερβάλλοντα ζήλο στήνοντας επιμελώς την σκηνή του εγκλήματος ως ένα ιδιότυπο παγανιστικό εθιμοτυπικό με ακραίες φετιχιστικές και παραφιλικές συνδηλώσεις των κατώτερων τάσεών του. Διαφεντεύει στο χαώδες βασίλειό του, έχοντας μερικούς υποδεέστερους θιασώτες να τον υπακούν, καθώς και τρανούς πάτρωνες που τον υποθάλπουν. Αν όντως η εντύπωση γι’ αυτό που είμαστε αποτελεί ένα απατηλό όνειρο σε μια κλειδωμένη κάμαρα, τότε ο ‘Erol’ είναι σίγουρα από τα τελευταία πράγματα που εύχεσαι να καραδοκούν στο τέλος της.

Η μηχανή του αυτοκινήτου του ‘Marty’ παύει να γρυλίζει. Έχουν σταθμεύσει μπροστά από την χορταριασμένη αυλή μίας υπαίθριας κατοικίας κοντά στους βάλτους. Ο ιδρώτας κολλάει αμέσως στο δέρμα από το πνιγηρό, βαριά νοτισμένο απ’ την υγρασία κλίμα του ποταμού και δυσκολεύεσαι να ανασάνεις. Οι δύο συνάδελφοί οπλισμένοι και σε πλήρη εγρήγορση περιεργάζονται την εικόνα παραμέλησης που απλώνεται ολόγυρα. Ο ‘Rust’ προτρέπει τον ‘Marty’ να τηλεφωνήσει στον ‘Papania’ για ενισχύσεις όπως το έχουν συμφωνήσει, και έπειτα ο δεύτερος πλησιάζει στο σπίτι με το πρόσχημα να ζητήσει οδηγίες από τους ενοίκους του. Μία ατημέλητη, κάπως παράξενη γυναίκα πίσω από την χαραμάδα της εισόδου συνομιλεί μαζί του και ταυτόχρονα κατσαδιάζει το κατοικίδιο της. Του δείχνει ότι είναι ανεπιθύμητος.

Ο ‘Marty’ καταλάβει ότι κάτι αλλόκοτο υφέρπει πίσω από την μονοκόμματη και αλλοπρόσαλλη συμπεριφορά της που τον ξενίζει. Το γάβγισμα του σκύλου γίνεται ολοένα και πιο επίμονο. Το ζώο καταφέρνει να ξεφύγει προς δύο μικρές ξύλινες αποθήκες, με τον ‘Rust’ να τρέχει στο κατόπι του. Λίγα λεπτά μετά κείτεται στο έδαφος σκοτωμένο. Ο ‘Marty’ σπρώχνει την πόρτα. Η ιδιοκτήτρια αντιστέκεται. Σε δευτερόλεπτα ο συρτής σπάει και ο αστυνόμος διαβαίνει το κατώφλι μίας τρώγλης όπου η εγκατάλειψη, η δυσοσμία και η βρωμιά συνθέτουν ένα ανεκδιήγητο θέαμα. Αφού την δένει με χειροπέδες, κατευθύνεται σε ένα από τα λυόμενα εντός του οποίου ο ‘Erol’ πάνω στον σκελετό ενός κρεβατιού είχε αγκυλωμένη την σορό του γονιού του σε προχωρημένη αποσύνθεση.  

Ο ‘Rust’ αφήνει πίσω του τα δύο παραπήγματα στα οποία φιγουράρουν παραστάσεις με γδυμένες, κερασφόρες γυναίκες να χορεύουν.  Κάτι τραβάει την προσοχή του. Στις παρυφές του άλσους που ξεκινά διακρίνει μία γκρίζα, μεγαλόσωμη ανθρώπινη σιλουέτα να τον κοιτάζει ασάλευτη. Προστάζει τον ‘Erol’ να παραμείνει ακίνητος και να γονατίσει. Εκείνος αρνείται και είναι σαν να τον προκαλεί να τον ακολουθήσει. Πράγματι ο ‘Rust’ τον καταδιώκει. Ο δολοφόνος του απευθύνει κάλεσμα με την ηχώ από την μπάσα φωνή του να αντηχεί πάνω στα πέτρινα τοιχώματα μίας υπόγειας στοάς: «Κόπιασε, μικρέ ιερέα!». Ο επιθεωρητής προσπερνά σκονισμένα μωρουδίστικα παπουτσάκια κρεμασμένα από τα κορδόνια τους σαν ένα άθλιο παιχνίδι κούνιας. «Στα δεξιά σου, μικρέ ιερέα! Πήγαινε από το μονοπάτι της νύφης. Είμαι ο ‘Carcosa’». Ο ‘Erol’ συνεχίζει να αναλύει πώς μαζί με τους ακολούθους του μεταστοιχειώνει το στάδιο πριν το αιώνιο αναπόφευκτο σε μία ζωντανή κόλαση. «Έλα να πεθάνεις, μικρέ ιερέα…».

Ο ξένος που μπήκε στις κατακόμβες του, διασχίζει  τώρα έναν διάδρομο γεμάτο με “τα δίχτυα του διαβόλου”, όπως λένε τις ξόβεργες του. Εν τω μεταξύ ο ‘Marty’ συναντά έναν σωρό από λερωμένα, πολυκαιρισμένα ρούχα των θυμάτων του ‘Childress’. Το τούνελ οδηγεί τον ‘Rust’ σε μία στρόγγυλη αίθουσα που φωτίζεται αμυδρά από έναν κυκλικό φεγγίτη στον θόλο της. Στο κέντρο της, σαν σκιάχτρο με κουρέλια, κρανία, κέρατα και κλαδιά δεσπόζει ένας ανίερος βωμός θυσιών. Απροσδόκητα, ο ‘Rust’ χάνει την επαφή του με την πραγματικότητα. Σαν σε όραμα μία σκοτεινιά σκεπάζει ό,τι τον περιβάλλει και η αισθητηριακή του αντίληψη σβήνει μαζί με όσα φυσικά χαρακτηριστικά τον ορίζουν ως κάτι ενυπόστατο. Άνωθεν του στροβιλίζεται μια δίνη από μαύρα σύννεφα που τα διαπερνά ένα αδύναμο φως. Νιώθει την παρουσία της κόρης του, του πατέρα του κι ας έχουν αποβιώσει.

 Ο ‘Childress’ του ορμάει μέσα από τις σκιές, προσγειώνοντας στο χέρι του την κόψη ενός πέλεκυ ενώ με φόρα τον λαβώνει σοβαρά στην κοιλιά με μία ακονισμένη λεπίδα, σηκώνοντάς τον ψηλά. Ο ‘Rust’ αιωρείται, με το πουκάμισό του να βάφεται κατακόκκινο από ακατάσχετη αιμορραγία. «Βγάλε την μάσκα σου!» τον διατάζει επιτακτικά ο ‘Erol’ και χαιρέκακα στρίβει κι άλλο το αιχμηρό αντικείμενο στα σωθικά του. Το πηγαίο ένστικτο επιβίωσης του ‘Rust’ αναδύεται κραταιό. Μαζεύει όσο σθένος του έχει απομείνει και με τέσσερα κατά μέτωπο χτυπήματα απελευθερώνεται από το άδραγμα του. Ζαλισμένος ο αντίπαλός του παραπατάει. Ο ‘Marty’ καταφτάνει την πιο κατάλληλη στιγμή και ανοίγει πυρ απανωτά αλλά ο εχθρός τους προλαβαίνει και του εκτοξεύει το τσεκούρι που σφηνώνεται στον θώρακα του. Κλοτσάει και τον δεύτερο άνδρα που κατάφερε να σωριάσει κάτω, ανακτά το θανάσιμο εργαλείο του και θριαμβευτικά το υψώνει και πάλι για να τον εξολοθρεύσει. Την επόμενη στιγμή το πιστόλι του ‘Rust’ οπλίζει και μία εύστοχη βολή από πίσω συνθλίβει το δεξί ημισφαίριο του εγκεφάλου του ‘Erol’. Ο ‘Marty’ έρπει προς τον ‘Rust’ που σχεδόν ψυχορραγεί. Προσμένουν μαζί βοήθεια. Σουρουπώνει. Ο χρόνος κυλάει αντίστροφα. Ξαφνικά η χρυσή λωρίδα μιας φωτοβολίδας ακτινοβολεί μέσα στην νύχτα. Πιο ευπρόσδεκτη και από το πιο ανέλπιστα ζεστό καλωσόρισμα.

«Φως εναντίον Σκοταδιού»

Πάνε κιόλας δυο βδομάδες από την εισαγωγή τους στα επείγοντα του Γενικού Νοσοκομείου Lafayette.  Στο προαύλιο ο ‘Marty’ σπρώχνει το δίτροχο αμαξίδιο του ‘Rust’ και δεν εξαιρεί το χιούμορ από τον διάλογό τους παρότι πρόσφατα πέρασαν δια πυρός και σιδήρου στον υπερθετικό βαθμό. Στον απόηχο όλων αυτών απ’ τα οποία μόνο αλώβητοι δεν βγήκαν πασχίζουν να αφομοιώσουν πολλά. Εύσημα δεν θα πάρουν από κανέναν και ούτε και το αποζητούν άλλωστε.

Τους αρκεί πια που αποκαθίσταται δειλά δειλά η χαμένη οικειότητα ανάμεσά τους. Η σχέση τους επέζησε από άνευ σημασίας προστριβές και σκαμπανεβάσματα μέχρι τους χειρότερους τριγμούς. Η ρήξη τους δεν σημειώθηκε για αμελητέα ποσότητα, εντούτοις δεν υπήρξε και ανεπανόρθωτη. Ψυχράνθηκαν και με την πάροδο των χρόνων αποστασιοποιήθηκαν. Αλλά ζυγίστηκε και ωρίμασε το πράγμα μέσα τους. Ποτέ κανείς τους δεν μπόρεσε να απαλλαγεί από την θύμηση του κοινού τους βιώματος το 1995, και οι συγκυρίες συνηγόρησαν έτσι ώστε να προστεθεί στο ήδη υπάρχον και ένα ακόμη.

Εσύ πιστεύεις ότι η περιπέτειά τους τελείωσε με αίσιο φινάλε; Εμένα πάλι μου μοιάζει με έναν γλυκόπικρο επίλογο που άνοιξε παράλληλα και ένα παραθυράκι προς το άγνωστο, το υπερβατικό. Από εκεί που ξέκοψαν μεταξύ τους, το ηθικό χρέος που μοιράζονταν τους επανένωσε και μάλιστα έχει πλέον ξεπληρωθεί πολύ ακριβά. Έδρασε σαν κονίαμα που γεφύρωσε το εκατέρωθεν χάσμα τους και έβαλε το σπόρο για να ανθήσει μία απίθανη φιλία.

Πρόκειται για τα πιο παράταιρα αλλά συνάμα συμβατά συγκοινωνούντα δοχεία που επέδρασαν και θετικά ένας στον άλλον. Και το εμπέδωσαν αμοιβαία διότι διδάχτηκαν από αυτό. Επαναπροσδιόρισαν τους εαυτούς τους. Ο ‘Marty’ ήταν ο δίαυλος που παρεμβαλλόταν ανάμεσα στον ‘Rust’ και στην ομήγυρη. Άρχισε να σκέφτεται πιο «έξω από το κουτί». Ενώ ο ‘Rust’ σαν να ‘παψε να είναι τόσο αφοριστικός με τους ανθρώπους. Άραγε με την συγκλονιστική οπτασία που είχε στιγμές πριν του επιτεθεί ο ‘Childress’, να ανακάλυψε τότε μία πτυχή του που είχε την ανάγκη για το θείο; Τόσο ριζική μεταστροφή ειδικά από κάποιον τόσο προσκολλημένο στην ιδέα της ματαιότητας και την νιχιλιστική φιλοσοφία στο ζενίθ της; Κανείς δεν ξέρει…

Εγώ εικάζω ότι μπορεί να συμφιλιώθηκε εν μέρει με τον ενδότερο εαυτό του. Ίσως να βρήκε την δική του λυτρωτική αφήγηση που τον ανακούφισε και του απάλυνε τον πόνο κάνοντας την αντάρα μέσα του να καταλαγιάσει. Μπόρεσε να ημερεύσει κάπως ενδόμυχά του από τους δαίμονες που τον κατέτρυχαν επί δεκαεπτά έτη.

Βέβαια, παρά την είδηση που διαδόθηκε για την σύνδεση των ‘Tuttles’ με τα γεγονότα, ουδείς από την υπόλοιπη φαμίλια τους έχει συλληφθεί, ούτε έχει κουνηθεί από το βάθρο του. Νίπτουν τας χείρας τους δήθεν εμβρόντητοι αλλά διοικούν ανεμπόδιστοι όπως παλιά και κάνουν λόγο για συνωμοσιολογία κακοπροαίρετων. Ο ‘Κίτρινος Βασιλιάς’ μετατοπίζεται ξανά στην σφαίρα της δοξασίας. Η Γη συνεχίζει να περιστρέφεται γύρω από το άξονά της, χωρίς να λείπουν μήτε τα καλά μήτε και τα στραβά της.

Οι ‘Marty’ και ‘Rust’ αγναντεύοντας τα ολόφωτα αστέρια στο νυχτερινό στερέωμα αναλογίζονται για τον μανιχαϊκό πόλεμο που μαίνεται ανά τους αιώνες όπου σε μία από τις εκφάνσεις του πολέμησαν και οι ίδιοι ως σύμμαχοι. Όταν όμως ένα άτομο όπως ο ‘Rust’ διορθώνει τον ‘Marty’ τονίζοντας ότι στην αέναη αυτήν μάχη το φως νικά το έρεβος, τότε δεν μπορείς να πεις ότι έστω και απειροελάχιστα κάτι έχει αλλάξει;

Για όσο το επεξεργάζεσαι, άκου το υπνωτιστικό intro από τους εκπληκτικούς τίτλους αρχής του 1ου κύκλου, και έχε υπόψη σου ότι το 3ο κεφάλαιο του True Detective με τον Mahershala Ali (Moonlight, House of Cards) κάνει ποδαρικό στο HBO στις 13 Ιανουαρίου του 2019.

9 comment(s)