Mega Channel: Οι αγαπημένες σειρές που έγραψαν ιστορία 

Τέλος εποχής και αναμνήσεις...

Mega Channel: Οι αγαπημένες σειρές που έγραψαν ιστορία

Μπορεί σήμερα να μοιάζει με όνειρο που είχα δει κάποτε και θυμάμαι αμυδρά, όμως υπήρχε μια εποχή που η τηλεόραση ήταν ο πρωταρχικός δίαυλος της οικιακής ψυχαγωγίας. Ήταν αρχές της δεκαετίας του 90 που η πάλαι ποτέ κραταιά και άκρως συντηρητική ΕΡΤ άρχισε να χάνει έδαφος από την ξαφνική είσοδο της ιδιωτικής τηλεόρασης στον αέρα. Μέσα στην έρημο της ηθικοπλαστικής, του συντηρητισμού, της λογοκρισίας και του αυστηρά ελεγχόμενου προγράμματος των δυο όλων κι όλων κρατικών καναλιών, η ιδιωτική τηλεόραση με τα αναρίθμητα κινούμενα σχέδια, τα show, τις Χολιγουντιανές ταινίες που μέχρι πρότινος μόνο σε video clubs έβρισκες και τις πρώτες σειρές που δεν φοβόντουσαν να καυτηριάσουν και να θίξουν πολιτικές και κοινωνικές καταστάσεις της εποχής, φάνταζε σαν όαση. Η ελευθερία της έκφρασης και τις πιο δυτικοποιημένης νοοτροπίας, δεν άλλαξε απλά τα τηλεοπτικά δρώμενα, αλλά σήμανε το έναυσμα να επεκταθούν και να ανθήσουν αυτές οι ιδέες τόσο στην ίδια την Ελληνική πραγματικότητα, όσο και στις άλλες μορφές ψυχαγωγίας όπως το θέατρο και ο κινηματογράφος.

Όχι βέβαια πως το θέατρο ή ο κινηματογράφος περίμεναν την ιδιωτική τηλεόραση για να αποενοχοποιηθούν, απλά επειδή απευθυνόταν μαζικά στο κοινό, βοήθησε περισσότερο στην ευρεία εξάπλωση της συνείδησης στην Ελληνική κοινωνία, ώστε να γίνει ευκολότερα δεκτική. Όσο αφορά την τηλεόραση, η άνθηση αυτή κράτησε για τουλάχιστον δυο δεκαετίες μέχρι η τεχνολογία, η εναλλακτική ψυχαγωγία του διαδικτύου και φυσικά η οικονομία, να επιφέρουν σταδιακά το θάνατο του συγκεκριμένου τρόπου ψυχαγωγίας. Ας μη γελιόμαστε η τηλεόραση ως μέσο ψυχαγωγίας εκτός από πολύ ιδιαίτερες περιπτώσεις όπως είναι αθλητικοί αγώνες, τα reality και η… Eurovision είναι εδώ και τουλάχιστον μια δεκαετία πεθαμένη.

Από τη δική μου γενιά των 30+ και πίσω εγώ προσωπικά δεν γνωρίζω κανέναν που να παρακολουθεί ακόμα τηλεόραση. Οι μόνοι ακόμα που καταφεύγουν στη μικρή οθόνη είναι οι πατεράδες μας, οι παππούδες μας και εκείνοι που δεν έχουν καμιά σχέση με τη τεχνολογία. Είναι πως ως μέσο έφτασε στο peak του και θεωρείται πλέον παρωχημένο; Είναι η εμμονή στους δημοσιογραφικούς δεινόσαυρους και τις ξανθιές τηλεπερσόνες που δεν έχουν πλέον να πουν τίποτα στη νέα γενιά; Είναι η «κρατικοποίηση» γενικά των ιδιωτικών καναλιών; Ή μήπως είναι απλά εξέλιξη και σημείο των καιρών; Το σίγουρο πάντως είναι πως το «νεανικό» κοινό που τόσο απεγνωσμένα προσπαθούν να στοχεύσουν και να ανεβάσουν τα νούμερα τηλεθέασης, έχει ήδη στρέψει αλλού τη προσοχή του. Ωστόσο αξίζει να σταθούμε λίγο στην ιστορία και να θυμηθούμε πως ξεκίνησαν όλα.

Το πρώτος ιδιωτικός σταθμός πανελλαδικής εμβέλειας που έλαβε άδεια λειτουργίας και εξέπεμψε τηλεοπτικό πρόγραμμα στις 20 Νοεμβρίου 1989 ήταν το κανάλι της Παιανίας, Mega Channel. Ως παιδί τότε θυμάμαι τα Σαββατοκύριακα να σηκώνομαι λίγο πριν τις 8:00 περιμένοντας υπομονετικά να πέσει το σήμα του σταθμού (μιας και τα κανάλια εκείνη την εποχή δεν λειτουργούσαν όλο το 24ωρο) και να ξεκινήσει το πλούσιο πρωτοφανές για εκείνα τα χρονικά δεδομένα παιδικό πρόγραμμα. Θυμάμαι τις πρώτες μουσικές εκπομπές όπως το Mega Star και τις πρώτες σειρές όπως οι Αυθαίρετοι και οι Τρεις Χάριτες να κάνουν με μεγάλη επιτυχία την εμφάνισή τους. Έκτοτε και για τουλάχιστον μια εικοσαετία το μεγάλο κανάλι πρόσφερε στο κοινό μερικές από τις καλύτερες Ελληνικές σειρές που πέρασαν ποτέ από τη μικρή οθόνη και κατάφερε να γράψει ιστορία, αφήνοντας ανεξίτηλες στιγμές γέλιου και δράματος που θα θυμόμαστε για όσα χρόνια κι αν περάσουν.

Ωστόσο πριν λίγες μέρες στις 28 Οκτωβρίου, ύστερα από μυριάδες οικονομικά προβλήματα και μάχη με το Εθνικό Συμβούλιο Ραδιοτηλεόρασης (ΕΣΡ), ο σταθμός άφησε στη ψηφιακή πλατφόρμα της Digea μετά από 29 χρόνια την τελευταία του πνοή, ενώ προβαλλόταν μια από τις θρυλικότερες σειρές της Ελληνικής τηλεόρασης, τους "Απαράδεκτους". Στις 2:00 τα ξημερώματα το σήμα μαύρισε ξαφνικά, δείχνοντας στο τελευταίο καρέ τον αγαπημένο Βλάση Μπονάτσο και το «αστροπελέκι» Ρένια Λουιζίδου, προκαλώντας έτσι με αυτόν τον τρόπο λίγο παραπάνω απ’ το κανονικό συγκίνηση.

Μπορεί η τηλεόραση να έχει φτάσει στο τέλμα της, μπορεί να παίχτηκαν αρκετά πολιτικοοικονομικά παιχνίδια που ως Unboxholics δεν θέλουμε να σχολιάσουμε, όμως παιδιά το κλείσιμο του Mega Channel ανεξάρτητα τα πιστεύω μας, αποτελεί το τέλος μιας ολόκληρης εποχής. Ας αφήσουμε λοιπόν απ’ έξω όλες τις αρνητικές σκέψεις κι’ ας επικεντρωθούμε στην αγνή πλευρά της ψυχαγωγίας που αν μη τι άλλο το μεγάλο κανάλι πρόσφερε απλόχερα. Ελάτε να μπούμε μαζί στην χρονομηχανή, να βάλουμε στο γυροσκόπιο την νοσταλγία και να ταξιδέψουμε σε μερικές απ’ τις πιο αγαπημένες Ελληνικές σειρές του καναλιού που έγραψαν ιστορία.

 

Οι Αυθαίρετοι (1989-1991)

Οι Αυθαίρετοι στο εισαγωγικό intro ξεκινούσαν με το μήνυμα «Λίγο πριν το 1992 (αναφορά στη Συνθήκη του Μάαστριχτ κατά την οποία ολοκληρώθηκε η Ευρωπαϊκή Ένωση ως σύγχρονος θεσμός με την συμμετοχή της Ελλάδας) κι ενώ όλοι οι Έλληνες αγαπημένοι και μονοιασμένοι «εργάζονται πυρετωδώς» για την ενοποίηση της Ευρώπης, το MEGA Channel έψαξε και βρήκε τους πρωτοπόρους». Κατά τη διάρκεια του spot από πίσω έτρεχαν εικόνες που ερχόντουσαν σε αντίθεση με τις φράσεις. Στο «αγαπημένοι και μονιασμένοι» έδειχνε πορείες, στο «εργάζονται πυρετωδώς» έδειχνε τους κλασικούς «Ελληνάρες» με τις μουστάκες του τσέλιγκα να παίζουν πρέφα και να πίνουν στο καφενείο καφέ, κλείνοντας με τη φωτογραφία των «πρωτοπόρων» Αυθαίρετων. Η σειρά αντικατόπτριζε την σύγχρονη τότε Ελληνική πραγματικότητα που εισερχόταν στην ΕΟΚ και φωτογράφιζε την παθογένεια του νεόπλουτου που πάσχιζε με κάθε τρόπο να «ξεβλαχέψει», κινούμενος σε ρυθμούς επίδειξης πλούτου, ξενομανίας, της μίζας, του ρουσφετιού, της κομπίνας και του αυθαίρετου.

Ναι, μιλάμε για μια σειρά 29 ετών πίσω, γιατί; σας φαίνεται κάτι οικείο με το σήμερα; Οι αυθαίρετοι εξιστορούσαν την αντιπαλότητα δύο οικογενειών με το ίδιο ακριβώς επώνυμο (χωρίς ωστόσο καμιά συγγένεια μεταξύ τους), που έμεναν στην ίδια πολυκατοικία. Η κεφαλή της μιας οικογένειας (Δημήτρης Πουλικάκος) είναι ένας αποτυχημένος δικηγόρος που έχει πάντα βλέψεις για εύκολο κέρδος, παντρεμένος με μια πλούσια υστερική γυναίκα (Βάσια Τριφύλλη) που κάθε τρεις και λίγο τρέχει για ψυχανάλυση (τεράστιο ταμπού για την εποχή) και της άλλης ένας «ταβερνιάρης» (Χρήστος Βαλαβανίδης) ο οποίος έχει μια απερίγραπτα ξενομανή κόρη (αναφορά στον μέσο νέο της εποχής που απορροφούσε οποιαδήποτε ξενόφερτη μόδα) και είναι παντρεμένος με μια τρομερά επιδειξιομανή γυναίκα (Νατάσα Τσακαρισιάνου) που επιδιώκει να μπει στην «υψηλή» κοινωνία. Μεταξύ άλλων συμπρωταγωνιστούσαν οι Θέμης Μάνεσης, Ισαβέλλα Βλασσιάδου, Εμμανουέλα Αλεξίου και Βάνα Παρθενιάδου.

 

Τρεις Χάριτες (1989-1992)

Οι Τρεις Χάριτες είναι το πρώτο τηλεοπτικό «τέκνο» του δημοφιλούς σεναριογραφικού διδύμου Μιχάλη Ρέππα-Θανάση Παπαθανασίου, που σημείωσε τεράστια επιτυχία. Σαφής παραλληλισμός με τις αντίστοιχες θεότητες της μυθολογίας που αντιπροσώπευαν την ευαρέσκεια, τη γονιμότητα και την ευγένεια, οι τηλεοπτικές Χάριτες κατέρριπταν τα ταμπού της εποχής που ήθελαν τη χήρα, τη γεροντοκόρη και την ζωντοχήρα να στιγματίζονται στη «σύγχρονη» τότε Ελληνική κοινωνία και πήγαινε κόντρα στο γυναικείο χαρακτήρα της παραδοσιακής κωμωδίας όπου η γυναίκα κρατούσε τον προαιώνιο κλασσικό της ρόλο, παρουσιάζοντας τρεις αστιγμάτιστες γυναίκες, αυτάρκες οικονομικά, αυτόνομες ως προσωπικότητες και επαγγελματικά επιτυχημένες. Η Όλγα (Άννα Παναγιωτοπούλου), η Μαρία (Νένα Μεντή) και η Ειρήνη (Μίνα Αδαμάκη), είναι τρεις αδερφές οι οποίες τα πράγματα ήρθαν έτσι που αποφάσισαν να μείνουν όλες μαζί στο πατρικό τους. Μαζί με τη θεία τους Μπεμπέκα (Άννα Κυριακού), τον μικρό τους αδερφό Ανδρέα (Μιχάλης Ρέππας) και τη κόρη της Όλγας, Τέτη (Άννα Κουρή) θα εμπλακούν σε τραγελαφικές καταστάσεις και ευτράπελα, καταφέρνοντας ωστόσο στηριζόμενοι στους δεσμούς της οικογένειας Χαρίτου να σταθούν στα πόδια τους.

 

Το Ρετιρέ (1990-1992)

Το Ρετιρέ είναι ίσως η πιο πολυπαιγμένη σειρά του καναλιού αφού για πολλά χρόνια μεταδιδόταν σχεδόν κάθε καλοκαίρι. Σεναριογράφος είναι ο μετρ του παλιού Ελληνικού Σινεμά, Γιάννης Δαλιανίδης, ο οποίος στο παρελθόν έχει επιμεληθεί το σενάριο και τη σκηνοθεσία στις πιο δημοφιλείς κωμικές και όχι μόνο ταινίες κι’ επίσης έχεις συνεργαστεί με τεράστιους ηθοποιούς όπως η Ρένα Βλαχοπούλου, Αλίκη Βουγιουκλάκη, Κώστας Βουτσάς, Ντίνος Ηλιόπουλος, Τζένη Καρέζη, Μαίρη Χρονοπούλου και πολλούς ακόμα. Η σειρά περιγράφει τη δομή της μικροαστικής κοινωνίας και τη νοοτροπία του νεοέλληνα, λαμβάνοντας μέρος σε μια συνοικία της Αθήνας (στου Ζωγράφου συγκεκριμένα). Η Κατερίνα Σοφιανού (Κατερίνα Γιουλάκη), μια χωρισμένη μεσήλικας που κατέχει υψηλή θέση σε μια διαφημιστική, μένει μαζί με την υπερπροστατευτική αλλά επικριτική μητέρα της Σοφία Σοφιανού (Κούλα Αγαγιώτου) και την ατίθαση ανιψιά της Ειρήνη (Τζόυς Ευείδη). Στη προσπάθειά της να ξαναφτιάξει τη ζωή της γνωρίζει τον φαρμακοποιό (φαρμακοτρίφτη όπως τον λέει η οικογένειά της) Χρήστο Βακούρα (Νίκος Κούρος) με τον οποίο σκέφτεται να ξαναπαντρευτεί.

Βέβαια δεν υπολόγισε την ζηλόφθονη αδερφή του Αμαλία (Νεφέλη Ορφανού) και την κόρη της Γωγώ οι οποίες δεν έχουν καμία διάθεση να το επιτρέψουν και να χάσουν τα χρήματα που τους δίνει. Έτσι ξεκινά ένας κυκλώνας αντιπαραθέσεων, παρεξηγήσεων, προσβολών και κωμικών καταστάσεων που προσφέρουν έντονες στιγμές γέλιου στο θεατή. Οι στιγμές αυτές όμως δεν διαδραματίζονται μόνο στο σπίτι αλλά και στο γραφείο με τους συναδέρφους της όπου συναντάμε την νευρική, ευέξαπτη αλλά καλόκαρδη Χαρούλα Πεπονάκη (Έλντα Πανοπούλου), την Ελένη Σωτηριάδου (Κλαίρη Κατσαντώνη) η οποία είναι ερωτευμένη με τον τεχνικό τηλεοράσεων Ιάσωνα, τον γκαφατζή καφετζή Φοίβο (Τάσο Κωστή) που κάνει τα νεύρα της Χαρούλας κρόσσια και την πλούσια αλλά καλοκάγαθη διευθύντρια κυρία Ζαχαροπούλου (Βίκυ Βανίτα). Δεν θα ξεχάσω ποτέ το βλοσυρό βλέμμα της Χαρούλας να κοιτά τον Φοίβο που προσπαθεί άγαρμπα να την προσεγγίσει και την ξινίλα-κλάμα της Αμαλίας όταν ήθελε να γίνει το δικό της! 

 

 

Εκμέκ Παγωτό (1991-1993)

Το Εκμέκ Παγωτό είχε να κάνει με μια Ελληνική οικογένεια της Νοτίου Αφρικής που επαναπατρίζεται προσπαθώντας να κάνει νέα αρχή και να προσαρμοστεί στην Ελληνική πραγματικότητα. Ωστόσο ο πατέρας πίνει και για να τα βγάλει πέρα πουλά τα διαμάντια που έφεραν από τη μαύρη ήπειρο. Η οικογένεια είχε τις διαφορές της, μάλωναν, βριζόντουσαν, έκανε ο ένας τη ζωή του άλλου δύσκολη, όμως όταν καθόντουσαν στο τραπέζι και η γιαγιά έφερνε τη σπεσιαλιτέ της -το Εκμέκ παγωτό- όλοι μόνιαζαν και τα προβλήματα έμεναν πίσω. Ήταν μια αλλοπρόσαλλη κομεντί που για να είμαι ειλικρινής δεν έχω τόσο καθαρές αναμνήσεις. Ήταν άλλωστε μια σειρά που δεν είχε προβληθεί πολλές φορές από το κανάλι. Θυμάμαι όμως τότε πως όλοι μιλούσαν γι’ αυτή γιατί είχε κάνει τρομερή αίσθηση και είχαν γέλιο οι ατάκες που αντάλλαζαν ο παππούς (Βασίλης Διαμαντόπουλος) με τη γιαγιά της οικογένειας (Μαρία Φωκά).

Χαρακτηριστικό παράδειγμα όταν ο παππούς ξύπναγε τη νύχτα κι έκανε επιδρομή στο ψυγείο κρίνοντας το γλυκό της «Ωραίο το’ φτιαξε η κωλόγρια ... αϊ στο διάλο!!!» Τρομερές φιγούρες τα παιδιά της οικογένειας ο Σπύρος Παπαδόπουλος ο οποίος ήταν κτηνίατρος αλλά ήταν πεπεισμένος ότι ήταν γιατρός γιατί ανακάλυψε την «καραμπινάτη οσφυοκαμψία» που κατά ένα περίεργο τρόπο έπασχαν όλοι, ο γυμναστής Ζαχαρίας Ρόχας ο οποίος έτρωγε σφαλιάρες απ’ τον παππού του γιατί τον έλεγε «παππού» μπροστά σε γυναίκες και η Ρουμπίνη Βασιλακοπούλου η οποία ήταν αποτυχημένη δημοσιογράφος που έγραφε για φαρμακεία και βουλκανιζατέρ στις εφημερίδες! Τους υπόλοιπους ρόλους πλαισίωναν οι γονείς Χρυσούλα Διαβάτη και Νικήτας Τσακίρογλου.

 

Οι Απαράδεκτοι (1991-1993)

Τι να πρωτοπεί κανείς για τους Απαράδεκτους! Το cast γνωρίστηκε μέσα από προηγούμενες συνεργασίες τους στο θέατρο, τότε που η σειρά ήταν απλά μια ιδέα, ένας διακαής πόθος της Δήμητρας να επεκτείνει στην τηλεόραση τη ραδιοφωνική εκπομπή που είχε με τον Σπύρο. Σ’ αυτήν υποδύονταν ένα ζευγάρι που δούλευαν κι δυο για να τα βγάλουν πέρα και την Κυριακή που επιτέλους είχαν λίγο χρόνο να χαλαρώσουν και να τα πούνε, σκοτωνόντουσαν χωρίς λόγο! Η εκπομπή είχε μεγάλη επιτυχία κι έτσι έγινε η πρόταση να μεταφέρει τη βασική ιδέα στην τηλεόραση, εμπλουτίζοντάς την με άλλους δύο βασικούς χαρακτήρες. Δεν υπήρχε συγκεκριμένο σενάριο απλά ως παρέα στις μεταξύ τους συγκεντρώσεις αντάλλαζαν ιδέες κι έτσι γεννήθηκαν οι ρόλοι. Σαν μια παρέα που πάει για καφέ και συζητάει για το τι θα ήθελαν οι ίδιοι να δουν. Έτσι οι χαρακτήρες χτίστηκαν πάνω στον καθένα. Το σενάριο το επιμελήθηκε η ίδια η Δήμητρα Παπαδοπούλου και αρχικά δόθηκε το 1990 στον επίσης τότε νεοσύστατο ΑΝΤ1.

Οι υπεύθυνοι προγράμματος του σταθμού όμως το απέρριψαν εξαιτίας της «ακαταλληλότητας» του σεναρίου που περιείχε βωμολοχίες και απεικόνιζε δυο άντρες να μένουν μαζί, εκ των οποίων ο ένας ήταν ομοφυλόφιλος. Μετά την απόρριψη αυτή το σενάριο δόθηκε στο Mega, όπου και πάλι ήταν διστακτικοί. Η Δήμητρα Παπαδοπούλου σε μια συνέντευξη δήλωσε: «Φοβήθηκαν στην αρχή, πάρα πολύ, αλλά επιμείναμε σθεναρά όλοι. Ο Γιάννης που έπαιζε το ρόλο αρνήθηκε οποιοδήποτε συμβιβασμό. Η ιδέα τους ήταν ας πούμε σε κάποια επεισόδια να ήταν «άντρας» και να ήταν όλα αυτά ένα παιχνίδι. Αλλά δε γουστάραμε. Και μας σεβάστηκαν», στην ίδια συνέντευξη ο Γιάννης Μπέζος συμπλήρωσε: 

«Οι σταθμοί και τα κανάλια, η δουλειά τους είναι να φοβούνται. Η δουλειά των δημιουργών είναι να μη φοβούνται. Γιατί αν μπαίναμε όλοι στη διαδικασία του φόβου θα ήμασταν ακόμα στην εποχή των σπηλαίων. Ο σταθμός πάντα θα έχει τις αντιρρήσεις του, κι εγώ αν ήμουν στη θέση τους μπορεί να τις είχα. Η δουλειά των δημιουργών είναι να τολμάνε. Αυτό δείχνει ότι πολλές φορές το κοινό είναι πιο μπροστά από εμάς. Γι’ αυτό πρέπει να τολμάμε περισσότερο.»

Με μεγάλη επιφυλακτικότητα εν τέλει το Mega το ανέβασε ένα χρόνο μετά στον αέρα και παρόλο που στα 5 πρώτα επεισόδια η αποδοχή του κοινού ήταν χλιαρή, ξαφνικά τα νούμερα τηλεθέασης εκτοξεύθηκαν σε πρωτοφανή για την εποχή ύψη.

 

Η σειρά μοιραία έγινε ένα από τα δημοφιλέστερα προγράμματα της Ελληνικής τηλεόρασης που η υστεροφημία του και οι επαναλήψεις συνεχίστηκαν για πολλά χρόνια μέχρι και τη τελευταία στιγμή, στο τελευταίο καρέ πριν το κανάλι κλείσει εντελώς. Η ιστορία διαδραματίζονταν στον Λυκαβηττό στην οδό Αδάμαντος 4 όπου μένουν η Δήμητρα, -μια μέση Ελληνίδα χωρίς ιδιαίτερη μόρφωση που ζηλεύει υπερβολικά τον άντρα της-  η οποία είναι παντρεμένη με το Σπύρο που έχει αριστερό παρελθόν και συμμετείχε στα γεγονότα του Πολυτεχνείου. Απέναντί τους μένουν ο Βλάσσης που η μόνη του έννοια είναι να «ρίξει καμιά γκόμενα» και ο Γιάννης που ζει από το έμβασμα της θείας Βιργινίας και κάνει κολλητή παρέα με τη Δήμητρα. Το cast συμπληρώνουν η πρωτοεμφανιζόμενη τότε Ρένια Λουιζίδου που υποδύεται το «αστροπελέκι» (γκόμενα του Βλάσση) και ο φραγκοφονιάς διαχειριστής της πολυκατοικίας Βασίλης Χαλακατεβάκης. Μεταξύ τους μπλέκονται σε απίθανες καταστάσεις, τσακωμούς και ευτράπελα και παρόλο που φαινομενικά δεν αντέχει ο ένας τον άλλον στο τέλος πάντα ως παρέα τα βρίσκουν και ξεφεύγουν από σουρεαλιστικές καταστάσεις.

Οι απαράδεκτοι ήταν από τις πρώτες κιόλας σειρές που περιείχαν ένα χείμαρρο από ατάκες. Ποιος να ξεχάσει το «καμηλοτόμαρο» της Ρένιας, τη «γουρουνότριχα» του Χαλακατεβάκη, το «τι έγινε ρε παιδιά;» και τη «Παπαρήγα τη καλή» του Σπύρου, το «καρακαταπαλλόμουνα» της Δήμητρας το «πάρα πολύ ωραίο» και το Εκκρεμές του Φουκώ του Βλάσση και αμέτρητες ακόμα. Οι απαράδεκτοι είναι μια σειρά αειθαλείς. Βλέποντας πρόσφατα μερικά επεισόδια μου έκανε τρομερή εντύπωση πως θέματα που με τον δικό τους τρόπο έθιγαν τότε 27 χρόνια πριν, συνεχίζουν να ταλαιπωρούν ακόμα τη σύγχρονη κοινωνίας μας όπως τα δάνεια στην Ευρώπη και το Σκοπιανό. Πραγματικά σα να μη πέρασε στιγμή ο χρόνος, λες και η σειρά γυρίστηκε στο σήμερα! Δεν είναι τυχαίο ότι ο Βλάσης Μπονάτσος είχε προβλέψει την επιτυχία λέγοντας στη Δήμητρα όταν ακόμα ήταν στα γυρίσματα, «Καταλαβαίνεις ότι τέτοια σειρά δεν θα ξαναγίνει έτσι;» 

Δύο Ξένοι (1997-1999)

Αν οι Απαράδεκτοι θεωρήσουμε ότι αποτελούν χείμαρρο ατάκας, τότε οι Δύο Ξένοι είναι τα ακραία καιρικά φαινόμενα της ατάκας! Η σειρά είναι αφιερωμένη στην Αλίκη Βουγιουκλάκη, μιας κι όπως αναφέρουν οι συντελεστές «αφιερώνεται σε μια γυναίκα που μας έμαθε να πιστεύουμε στα παραμύθια...Την Αλίκη». Τα κείμενα έχουν επιμεληθεί ο Αλέξανδρος Ρήγας και ο Δημήτρης Αποστόλου που στο ενεργητικό τους έχουν τεράστιες τηλεοπτικές και θεατρικές επιτυχίες όπως: Πάτερ Υμών, Ντόλτσε Βίτα και Τι ψυχή θα παραδώσεις μωρή. Η σειρά εξιστορεί τον απαγορευμένο έρωτα μεταξύ δυο φαινομενικά αταίριαστων χαρακτήρων. Του αυστηρού, κουλτουριάρη, δύστροπου και εσωστρεφή καθηγητή υποκριτικής Κωνσταντίνου Μαρκορά (Νίκος Σεργιανόπουλος) και της λαϊκής με χαμηλή μόρφωση ξανθιάς βλαχάρας τηλεπαρουσιάστριας του «Πρωϊνού Χαμόγελου» Μαρίνας Κουντουράτου (Εβελίνα Παπούλια).

Αν και αρχικά ύστερα από αρκετές συγκρούσεις ο ένας δείχνει να αντιπαθεί στο μέγιστο βαθμό τον άλλον, τα πράγματα θα έρθουν έτσι που το όλο αρνητικό κλίμα θα αντιστραφεί. Ωστόσο οι συνθήκες (μιας και οι δυο είναι δεσμευμένοι) θα τους αναγκάσουν να το κρατήσουν κρυφό. Βέβαια το χεράκι τους θα βάλουν κι άλλοι χαρακτήρες όπως ο συνεργάτης και κολλητός της Μαρίνας, Τόλης Σιδεράτος (Αλέξανδρος Ρήγας) και η μητέρα του Κωνσταντίνου, Ντένη Μαρκορά (Ντίνα Κώνστα) η οποία είναι μια πλούσια και πολυμήχανη χήρα, φανατική οπαδός του Παναθηναϊκού, που δε θέλει για νύφη της την ξινή δικηγόρο Μίνα (Αλεξάνδρα Παλαιολόγου). Εννοείται βέβαια ότι θα τους ψήσει το ψάρι στα χείλη ως αντίποινα επειδή, δεν της είπαν τίποτα και αποφεύγουν να το παραδεχτούν. Ωστόσο τη Μίνα τη θέλει για νύφη η βασιλόφρων, λαϊκή, κουτσομπόλα οικονόμος (κι’ αυτή που ουσιαστικά μεγάλωσε τον Κωνσταντίνο) Φλώρα Μπαρμπαρίτσα (Χρυσούλα Διαβάτη), ερχόμενη σε επικές κόντρες με τη Ντένη. Κόντρες κατά τις οποίες την «πλήρωνε» σχεδόν πάντα η Ρωσίδα υπηρέτρια της Ντένης, Μαρούσκα (Καλλιόπη Ταχτσόγλου). Σίγουρα οι Δύο Ξένοι ως χιούμορ και γενικά ως σειρά πρόσφεραν αστείρευτο γέλιο, όμως οι ατάκες Ντένης-Φλώρας, κατά ένα μεγάλο ποσοστό κατάφερναν πάντα να κλέβουν την παράσταση, γράφοντας στην τηλεόραση τη δική τους ιστορία.

 

 

Στο Παρά 5 (2005-2007)

Το «Στο Παρά 5» σύμφωνα και με τις μετρήσεις θεαματικότητας της AGB Hellas, θεωρείται ως μια από τις πιο πετυχημένες σειρές στην ιστορία της Ελληνικής τηλεόρασης σημειώνοντας ποσοστά τηλεθέασης μέχρι και 55%. Η συνταγή της επιτυχίας (κάτι που δυστυχώς δεν εφαρμόζεται συχνά) είναι ότι ο δημιουργός της Γιώργος Καπουτζίδης, δεν σχεδίασε απλά αστείους χαρακτήρες και καταστάσεις πάνω σε ένα σενάριο, αλλά έγραψε ένα μεστό και συμπαγές σενάριο περιπέτειας και μυστηρίου, με αρχή μέση και τέλος, πάνω στο οποίο έμπλεξε σε κωμικές καταστάσεις και χιουμοριστικές ατάκες 5 αταίριαστες προσωπικότητες από διαφορετικά κοινωνικά στρώματα, ηλικίες και επίπεδο μόρφωσης.

Χαρακτήρες που το κοινό άγνωστο προς τους ίδιους παρελθόν τους (ή αλλιώς πεπρωμένο) τους φέρνει μαζί και τους δένει σαν ομάδα, ώστε να ξεπεράσουν όλα τα ακατόρθωτα και τρομακτικά εμπόδια μπροστά τους. Και αυτός ακριβώς ήταν ο λόγος που το κοινό ταυτίστηκε τόσο πολύ με αυτή τη παρέα και την αγάπησε όσο λίγες. Οι θεατές αγχώθηκαν, γέλασαν, συγκινήθηκαν μα πάνω απ’ όλα βίωσαν σε αντίθεση με άλλες παρόμοιες σειρές που τις διακατέχει έντονα το στοιχείο του σεξ και το σαχλό χιούμορ, μια πρωτοφανής για τα Ελληνικά δεδομένα κωμική σειρά που συχνά έφερνε στην επιφάνεια κοινωνικά θέματα και στοιχεία όπως η εξουσία, το χρήμα, η φιλία, η ανθρωπιά, ο θάνατος και η αποδοχή, μπλεγμένα ωστόσο με ένα τρομερά έξυπνο σεναριογραφικά τρόπο ώστε να μην πνίγουν το θεατή και να περνά ευχάριστα. Ο Σπύρος (Γιώργος Καπουτζίδης), ο Φώτης (Αργύρης Αγγέλου), η Ντάλια (Σμαράγδα Καρύδη), η Αγγέλα (Αγγελική Λάμπρη) και η Ζουμπουλία (Ελισάβετ Κωνσταντινίδου) συναντιούνται για διαφορετικούς λόγους σε ένα event χωρίς να γνωρίζονται μεταξύ τους και κλείνονται στο ασανσέρ με κάποιον άντρα ο οποίος καταρρέει μπροστά τους νεκρός από δηλητηρίαση.

Πριν αφήσει όμως την τελευταία του πνοή τους γνωστοποιεί ότι τον δηλητηρίασαν και τους εκλιπαρεί να βρουν τους υπεύθυνους χωρίς να ανακατέψουν την αστυνομία, γιατί όπως ισχυρίζεται είναι κι αυτή μέρος μιας τεράστιας συνομωσίας αδίστακτων εμπλεκόμενων που φτάνουν σε υψηλά ιστάμενες θέσεις. Με αυτόν τον τρόπο ξεκινά η περιπέτεια και οι 5 άγνωστοι γίνονται μια ανορθόδοξη παρέα, με αρκετούς φίλους και συγγενείς να τους βοηθούν στο έργο τους όπως η Θεοπούλα (Έφη Παπαθεοδώρου) και η Αμαλία (Ζέτα Μακρυπούλια), φτάνοντας την υπόθεση μέσα από απρόβλεπτες κωμικοτραγικές καταστάσεις μέχρι τέλους. Ποιος μπορεί να ξεχάσει εκείνο το «ιιιιιι» και το «Shit high & watch» της Ζουμπουλίας, το φαγκρί (φαμπέζ,φαμόβ) της Ντάλιας, την «κοντή» της Θοποούλας και το φιλλλί-φιλλλί της Αμαλίας!

 

 

Το Νησί (2010-2011)

Το Νησί είναι μια από τις πιο ακριβές παραγωγές που γυρίστηκε ποτέ για την Ελληνική τηλεόραση, κοστίζοντας πάνω από 4 εκατομμύρια Ευρώ. Πρόκειται για μεταφορά της ομότιτλης νουβέλας της Βρετανίδας συγγραφέα Βικτόρια Χίσλοπ, η οποία μάλιστα είχε δεχτεί πρόταση από το Hollywood να γυριστεί ταινία, αλλά η ίδια την απέρριψε γιατί όπως είπε φοβήθηκε τον τρόπο με το οποίο θα απεικονίζονταν οι λεπροί. Επιπλέον ήθελε να’ χει δυνατότητα παρέμβασης στα γυρίσματα και στο σενάριο. Η αγάπη συνάμα για την Ελλάδα την έκανε να ελπίζει στο να δείξει ενδιαφέρων μια Ελληνική παραγωγή. Όταν το Mega Channel την προσέγγισε εκπληρώνοντας τις επιθυμίες της, η συμφωνία έκλεισε μέσα σε μια ώρα. Αν και αρχικά η σκέψη ήταν να γίνει ταινία, το κόστος άλλαξε τα πλάνα κι έτσι η σειρά «Το Νησί» έγινε πραγματικότητα. Η ιστορία ξεκινά όταν η νεαρή Αλέξις Φίλντινγκ φεύγει από το Λονδίνο σε ένα ταξίδι προς το παραθαλάσσιο χωριό της Πλάκας στην Κρήτη,  με σκοπό να εξιχνιάσει το μυστήριο γύρω από την ιστορία των παππούδων της. Μια ιστορία για την οποία η μητέρα της δε μιλάει ποτέ. Εκεί μια ντόπια γυναίκα που γνώριζε την οικογένειά της, η κυρα-Φωτεινή, αναλαμβάνει να της πει τα πάντα εξιστορώντας τα πράγματα από την αρχή.

Η υπόθεση ξεκινά το 1939 και εξελίσσεται λίγο χρόνια πριν και κατά τη διάρκεια της Γερμανική κατοχής, όπου η νόσος του Χάνσεν (λέπρα) χτυπά αδιάκριτα τους κατοίκους του χωριού. Όσοι νοσούν στέλνονται σε ένα κοντινό νησάκι την Σπιναλόγκα (γνωστή για το μεγαλύτερο μέρος του 20ου αιώνα ως η αποικία των λεπρών), προκειμένου να περιορίσουν την εξάπλωσή της. Το Νησί είναι μια βαθιά συναισθηματικά σειρά με απίστευτες ερμηνείες, δραματικό και βαρύ κλίμα που ομολογουμένως δεν παρακολουθείται σε καμιά περίπτωση ευχάριστα. Πρόκειται για μια συγκλονιστική ιστορία για ένα μέρος όπου η ελπίδα, όπως και οι άνθρωποι που το κατοικούν αργοπεθαίνει. Μέσα από τη δύναμη της ανθρώπινης θέλησης όμως, παρά την εξαθλίωση της αρρώστιας και τον τρόμο του πολέμου, η ίδια αυτή ελπίδα, θα αψηφήσει το θάνατο, θα αναγεννηθεί και θα γίνει φάρος για τις ζωές όλων. Άλλωστε στη ζωή δεν μετράει πόσες ανάσες παίρνεις, αλλά πόσες είναι οι στιγμές που σου κόβουν την ανάσα. 

Όπως αντιλαμβάνεστε οι σειρές του μεγάλου καναλιού είναι τόσες πολλές, που είναι αδύνατων να στριμωχτούν σε ένα άρθρο. Παραπάνω ξεχωρίσαμε μόνο κάποιες από αυτές που προσωπικά πιστεύω δεν γίνεται σε ένα τέτοιο αφιέρωμα να μην συμπεριληφθούν. Ωστόσο ως τιμητική αναφορά θα αναφέρουμε ονομαστικά τις παρακάτω, αφήνοντας εσάς στα σχόλια να αναφέρετε τις δικές σας αγαπημένες σειρές αλλά και τις στιγμές στις παραπάνω ή σε αυτές που γενικά θυμόσαστε και νοσταλγείτε. Ευχαριστούμε που μείνατε μέχρι εδώ, και μη ξεχνάτε πως περιμένουμε με ενδιαφέρων τις δικές σας αναμνήσεις στα σχόλια.

Τιμητική αναφορά: Πατήρ Υιός και Πνεύμα, Άφρικα, Αχ Ελένη, Τα εφτά κακά της μοίρας μου, Η Ελίζα και οι άλλοι, Οι Μικρομεσαίοι, Οι φρουροί της Αχαΐας, Το Σόι μας, Χάϊ Ροκ, Αναστασία, Μάνα είναι μόνο μία, Το δις εξαμαρτείν, Εμείς κι Εμείς, Μη φοβάσαι τη φωτιά, Λάβ Σόρρυ, Το κόκκινο φεγγάρι, Το τελευταίο αντίο, Ντόλτσε Βίτα, Λόγω τιμής, Ο Ιός του πατέρα, Είμαστε στον αέρα, Τζιβαέρι, Το Καρέ της Ντάμας, Ψίθυροι καρδιάς, Η Αίθουσα του Θρόνου, Η ζωή που δεν έζησα, Η ζωή μας μια βόλτα, Φύγαμε, 10 Λεπτά Κήρυγμα, Τι ψυχή θα παραδώσεις μωρή, Σ’ αγαπώ μ’ αγαπάς, Να με προσέχεις, Είσαι το Ταίρι Μου, Κλείσε τα μάτια, Επτά Θανάσιμες Πεθερές, Σαββατογεννημένες, Singles, Η ώρα η καλή, Εραστής Δυτικών Προαστίων, Δυο μέρες μόνο, Πενήντα Πενήντα, Το Κόκκινο Δωμάτιο, Μαρία η άσχημη, Μια στιγμή δυο ζωές, Μαύρα Μεσάνυχτα, Η Πολυκατοικία, Λάκης ο γλυκούλης, LAPD, Οι Βασιλιάδες, Κάτω Παρτάλι.    

Πληροφορίες αντλήθηκαν από: Wikipedia, retromaniax, news247

12 comment(s)