Bad Times at the El Royale Review 

Μια τραγουδίστρια, ένας παπάς και ένας πλασιέ μπαίνουν σ’ ένα ξενοδοχείο…

Bad Times at the El Royale Review

Ένα απομονωμένο ξενοδοχείο. Πέντε μυστήριοι χαρακτήρες. Μια βροχερή νύχτα. Το στήσιμο είναι γνωστό. Όσο κλισέ και αν φαντάζει όμως, δεν νομίζω ότι υπάρχει πολύς κόσμος που θα αδιαφορούσε για μια καλή ιστορία μυστηρίου. Η γοητεία του είδους είναι διαχρονική και πανανθρώπινη γιατί, πολύ απλά, βασίζεται σε ένα εξίσου πανανθρώπινο και παντοδύναμο συναίσθημα: την περιέργεια. Μια καλή ιστορία μυστηρίου λοιπόν έχει δύο κύρια συστατικά: το μυστήριο (το στήσιμο και την πλοκή δηλαδή που εγείρει την περιέργεια) και την λύση. Η όλη ουσία όμως βρίσκεται στην εμπλοκή του θεατή καθ’ όλη τη διάρκεια, που, από τη μία, προσπαθεί να μαντέψει τι συμβαίνει, αλλά από την άλλη δεν θέλει και να πέσει τελείως μέσα.

Αν δεν υπάρχει το στοιχείο της έκπληξης, η εμπειρία μένει “ανολοκλήρωτη”. “Προβλέψιμη”. Και στις ιστορίες μυστηρίου, το να είσαι προβλέψιμος είναι το μέγιστο αμάρτημα. Πλέον όμως, το μεγαλύτερο μέρος των θεατών είναι υποψιασμένο, έχει καταναλώσει δεκάδες παρόμοιες ιστορίες, οπότε αναμένει ότι οι χαρακτήρες δεν θα είναι όπως φαίνονται, αναμένει ανατροπές, μυστικά, ίντριγκα. Πώς εκπλήσσεις κάποιον που περιμένει να εκπλαγεί, που προσπαθεί να ανιχνεύσει κάθε σου πρόθεση, κάθε μικρό ή μεγάλο στήσιμο; Εκεί βρίσκεται όλη η “μαγκιά” μιας καλής ιστορίας μυστηρίου και γι’ αυτό οι πραγματικά σπουδαίες, μας μένουν αξέχαστες. Όταν λειτουργεί σωστά, ο σκηνοθέτης, μαζί με τον σεναριογράφο φυσικά, σε παίρνουν από το χεράκι και σε κατευθύνουν με ένα παιχνίδι που βασίζεται στην περιέργεια και την παραπλάνηση (με τα αποκαλούμενα “red herrings”). Αυτή η χειραγώγηση απαιτεί μαεστρία αλλά και βαθιά γνώση των συμβάσεων του είδους. Τα κλισέ, μπορούν να αποδειχτούν ένα πολύτιμο εργαλείο στα χέρια των δημιουργών, διότι δημιουργούν οικειότητα και προσδοκίες, οι οποίες μπορούν να ανατραπούν στη πορεία.

Ο Drew Goddard λοιπόν, είναι φανερό πως το κατέχει το θέμα του, τουλάχιστον στη θεωρία. Φαίνεται από την πρώτη ώρα του Bad Times at the El Royale που είναι πραγματικά φανταστική. Οι χαρακτήρες του, με την έκδηλα αλλόκοτη συμπεριφορά τους, κεντρίζουν κατευθείαν το ενδιαφέρον και ο χορός των αποκαλύψεων δεν αργεί να ξεκινήσει, με έναν πολύ δυναμικό τρόπο. Η δομή της ταινίας, με την αποσπασματική αποκάλυψη του παρελθόντος των πρωταγωνιστών, έχει εξαιρετικό ρυθμό και το έντονο στυλιζάρισμα της εικόνας βοηθάει στο να χτιστεί η κατάλληλη, “ζεστή”, μυστηριώδης ατμόσφαιρα. Το set up είναι άψογο και παίζοντας με τα κλισέ, καταφέρνει ήδη να ανατρέψει πολλές από τις υποθέσεις μας. Ο Goddard έχει κερδίσει την προσοχή μας λοιπόν, έχει κινήσει την περιέργειά μας, με λίγα λόγια, μας κρατάει στο χέρι για μια φοβερή κορύφωσή και λύση. Δυστυχώς όμως, αυτή δεν έρχεται ποτέ. Την εμπνευσμένη πρώτη ώρα, ακολουθεί μια δεύτερη που χωλαίνει, τόσο σε ρυθμό όσο και ενδιαφέρουσες απαντήσεις. Όλα τα νήματα του μυστηρίου συγκλίνουν προς μια “συνεύρεση” που προσπαθεί σκληρά να αναπαραγάγει μια “Ταραντινική” υφή, με τους κοφτερούς διαλόγους και την τεταμένη ατμόσφαιρα, αλλά αποτυγχάνει, με συνέπεια η ταινία να κάνει την “κοιλιά” της στο κρισιμότερο σημείο.

Γιατί όμως αποτυγχάνει; Είναι ένας συνδυασμός παραγόντων. Ο κυριότερος αφορά την απογοητευτική “ευκολία” με την οποία αυτή η σκηνή δένει τις διαφορετικές υπό-πλοκές, χωρίς να συνεισφέρει κάτι το ουσιώδες σε όλους τους χαρακτήρες. Δηλαδή μοιάζει σαν μια ακόμα εκδοχή του “από μηχανής Θεός” για τον σεναριογράφο, που μπορεί -κάπως- να στέκει μέσα στη ροή της πλοκής, αλλά μοιάζει τελείως κενή και μονοδιάστατη αφήνοντας σημαντικές απαντήσεις στη σφαίρα της σύμπτωσης. Ένας ακόμα λόγος, εντοπίζεται στην ερμηνεία ενός πολύ σημαντικού χαρακτήρα που δεν μπορώ να αναφέρω χωρίς να αποκαλύψω σημαντικό μέρος της πλοκής. Ο χαρακτήρας αυτός απλά δεν βγάζει την ένταση που απαιτεί η στιγμή: έπρεπε να τους “καταπίνει” όλους στην οθόνη, να μοιάζει με χαλασμένη ωρολογιακή βόμβα έτοιμη να εκραγεί ανά πάσα στιγμή. Δυστυχώς όμως, περισσότερο θυμίζει καρικατούρα παρά αληθινή απειλή.

Δεν φταίει μόνο ο ηθοποιός γι΄ αυτό, τον οποίο εκτιμώ  πολύ, αλλά και ο ίδιος ο Goddard, ο οποίος ενώ δημιουργεί μεγάλες προσδοκίες (για τον συγκεκριμένο), αδυνατεί να τις εκπληρώσει. Και ενώ η ακατάσχετη μπουρδολογία είναι μέρος του χαρακτήρα του, οι διάλογοι και ο τρόπος που εξελίσσεται η σκηνή παραείναι κοινότυπος. Δεν θέλω να ακουστώ υπερβολικά αρνητικός όμως, η ταινία παραμένει διασκεδαστική και με ορισμένες έξυπνες και όμορφα εκτελεσμένες ιδέες. Ο Jeff Bridges ως παπάς και η Cynthia Erivo ως μια αδικημένη, έγχρωμη τραγουδίστρια, παίζουν φανταστικά, έχουν εξαιρετική χημεία και τις καλύτερες σκηνές της ταινίας. Ο χαρακτήρας του Lewis Pullman είναι μια εξίσου ευχάριστη έκπληξη και ο νοηματικός άξονας ολόκληρης της ταινίας, ενώ, η φωτογραφία είναι πολύ προσεγμένη και συνεισφέρει πολύ στην πετυχημένη ατμόσφαιρα. Αντιθέτως, δηλώνω ελαφρώς απογοητευμένος από τη μουσική του Giacchino, η οποία, είναι φυσικά λειτουργική αλλά περνάει απαρατήρητη και για μια τόσο στυλιζαρισμένη ταινία, η απουσία χαρακτηριστικού μουσικού αποτυπώματος, της κοστίζει πολύ κατά τη γνώμη μου. Ολοκληρώνοντας λοιπόν, το El Royale μου αφήνει μια γλυκόπικρη γεύση. Είναι αδιαμφισβήτητα διασκεδαστικό, η αδύναμη λύση των μυστηρίων του όμως δεν το αφήνουν να γίνει κάτι παραπάνω από αυτό.    


Βρείτε την ταινία στο IMDB

3 comment(s)


<