First Man Review 

La La Landing

First Man Review

Όλες οι ταινίες του Damien Chazelle, ή τουλάχιστον οι τρεις που τον εκτόξευσαν στην αφρόκρεμα του Hollywood την τελευταία πενταετία(Whiplash, La La Land και τώρα το First Man), αναφέρονται, με κάποιον τρόπο, στο προσωπικό κόστος που κρύβεται πίσω από μια μεγάλη κατάκτηση. Στο Whiplash, αυτή η κατάκτηση ήταν η προσέγγιση της καλλιτεχνικής τελειότητας, στο La La Land η εκπλήρωση των προσωπικών ονείρων και, εδώ, ένα από τα σπουδαιότερα επιτεύγματα της ανθρωπότητας, το ταξίδι στη Σελήνη. Και στις τρεις περιπτώσεις, το τίμημα ήταν υψηλό.

Στο πρώτο ο Andrew έπρεπε να παραμερίσει οτιδήποτε έμπαινε μπροστά στον στόχο του και να φτάσει στα άκρα, τόσο πνευματικά όσο και σωματικά ενώ στο δεύτερο, οι χαρακτήρες να απαρνηθούν έναν έρωτά που δεν κατάφερε να συγχρονιστεί με την ζωή τους. Σε αντίθεση όμως με τα προηγούμενα δύο, στο First Man υπάρχει μια αντίστροφη πορεία. Εδώ, η οδύνη και η απώλεια δεν προκύπτουν αποκλειστικά από τον αγώνα του πρωταγωνιστή, αλλά, προηγούνται, λειτουργώντας σαν καύσιμο γι’ αυτόν. Η κατάκτηση εδώ είναι ουσιαστικά μια διαφυγή, μια λύτρωση. Μια πολυπόθητη “αλλαγή προοπτικής” όπως λέει πολύ όμορφα ο Neil Armstrong στην πρώτη του συνέντευξη στη NASA.  

Ο Chazelle, μαζί με τον πολύ ικανό σεναριογράφο Josh Singer (Spotlight, The Post), καταφέρνουν να μετατρέψουν ένα πασίγνωστο ιστορικό γεγονός σε μια προσωπική ιστορία, αναζητώντας τις εσωτερικές δυνάμεις πίσω από αυτό το αδιανόητο ανθρώπινο κατόρθωμα. Και τις εντοπίζουν, όχι σε κάποιο πατριωτικό διάνυσμα ή σε μια αφηρημένη επιθυμία για επιστημονική πρόοδο, αλλά στον πόνο. Τον ανθρώπινο πόνο της απώλειας. Τον πόνο που είναι τόσο μεγάλος που το μόνο που μπορείς να κάνεις είναι να “τρέξεις” μακριά του. Ο Neil Armstrong  λοιπόν, μετά από μια οικογενειακή τραγωδία, αφιερώνεται στην δουλειά του. Ως εσωστρεφής χαρακτήρας, αυτή γίνεται μια διέξοδος από το εσωτερικό του κενό. Όσο όμως οι προσωπικές απώλειες συσσωρεύονται, τόσο “βυθίζεται” ψυχολογικά σ’ αυτό το “αδύνατο” ταξίδι που, χρόνο με τον χρόνο, μετατρέπεται σε κάτι ανώτερο: μια εμμονή, δικαίωση, λύτρωση, γίνεται το μοναδικό φως που φωτίζει τον κατάμαυρο κόσμο του.

Σε μια από τις ωραιότερες σκηνές της ταινίας ο Armstrong “ανοίγεται” -στιγμιαία- για πρώτη φορά σε έναν φίλο του υπό το έντονο, ψυχρό φως του φεγγαριού, προτού αποσυρθεί και πάλι στο σκοτάδι. Ο Chazelle  μας υπενθυμίζει συνεχώς την παρουσία του, ως φάρο, ως ελπίδα αλλά και ως ένα πανταχού παρόν “βάρος” που αιωρείται συνεχώς πάνω από το κεφάλι τους. Η ταινία ενδιαφέρεται αποκλειστικά για την δημιουργία ενός ψυχογραφικού πορτραίτου του κεντρικού της χαρακτήρα οπότε ο φακός, πολύ εύστοχα παραμένει για την μεγαλύτερη διάρκεια της ταινίας στο πρόσωπο του Armstrong (Ryan Gosling).

Ακόμα και στις διάφορες δοκιμές προετοιμασίας, ο Chazelle αδιαφορεί για το όποιο θέαμα και μένει “κολλημένος” πάνω του, δημιουργώντας μια κλειστοφοβική και ψυχοφθόρα ατμόσφαιρα (με ΠΟΛΥ κούνημα) που συνεχώς κλιμακώνεται, κι ενώ, η ευτυχής κατάληξη της ιστορίας είναι φυσικά γνωστή, είναι δύσκολο να μην παρασυρθείς στην τρομακτική ένταση της κάθε σκηνής. Μόνο στο τελικό ταξίδι, ο φακός θα “ανοίξει” επιτέλους, θα βγει εκτός της καμπίνας, θα σταθεροποιηθεί, για να “αναπνεύσει” ο θεατής και να μεταδοθεί η μεγαλειότητα του εγχειρήματος.

Τα πλάνα στη σελήνη είναι πραγματικά επιβλητικά, από τη μία με τον ρεαλισμό τους αλλά και επειδή ξέρουμε τι έχει προηγηθεί. Ποιο ήταν το τίμημα για να τα δούμε. Το κοινωνικό πλαίσιο υπάρχει αλλά δεν τοποθετείται ποτέ στο επίκεντρο, παρά μόνο ως μια ακόμα πίεση στις ήδη ασφυκτικές συνθήκες που καλείται να διαχειριστεί ο Armstrong. Αντιθέτως, σε πρώτο πλάνο βρίσκεται η οικογένειά του και οι σχέσεις, ιδίως με την γυναίκα του και έπειτα με τα παιδιά του, που δοκιμάζονται όσο ο ίδιος χάνει τον εαυτό του. Μια μικρή μνεία πρέπει να γίνει εδώ, στην φορτισμένη ερμηνεία της Claire Foy (ως την μοναχική σύζυγο που παλεύει να κρατήσει μόνη της την οικογένεια) που έρχεται σε πλήρη αντίθεση με την λιγομίλητη και συγκρατημένη προσωπικότητα του Armstrong.

Είναι λίγο δύσκολο να κρίνουμε την ερμηνεία του Gosling χωρίς να γνωρίζουμε από πρώτο χέρι τον άνθρωπο που προσπαθεί να υποδυθεί, ωστόσο, υπάρχουν στιγμές που η εσωτερική ένταση που κουβαλάει μέσα του αποτυπώνεται με πειστικότητα κι άλλες που απλά φαίνεται λίγο “ξύλινος” και άδειος. Σε γενικές γραμμές όμως, η ερμηνεία του είναι αποτελεσματική μέσα στο γενικότερο πλαίσιο της αφήγησης με ορισμένες σκηνές εξαιρετικής συναισθηματικής δύναμης. Τέλος, δεν πρέπει να προκαλεί έκπληξη το γεγονός πως η μουσική του Justin Hurwitz στέκεται στο ύψος των περιστάσεων και βοηθάει πολύ στο τελικό αποτέλεσμα. Εξάλλου αυτή είναι μια σταθερά στις ταινίες του Chazelle.

Ο Hurwitz “σπατάλησε” δύο ολόκληρα χρόνια στην δημιουργία της μουσικής και ομολογουμένως το αποτέλεσμα τον δικαιώνει. Στηριζόμενος πάνω σε δύο ευδιάκριτα θέματα, χτίζει με ευαισθησία ένα κλίμα συναισθηματικά στοιχειωτικό, αλλά και θριαμβευτικό όποτε απαιτείται. Θα είναι μεγάλη έκπληξη, κατά την άποψή μου, αν δεν βρίσκεται στην πεντάδα των φετινών βραβείων Όσκαρ.

Το First Man λοιπόν, είναι μια ιστορία γεμάτη ανθρώπινες τραγωδίες και θριάμβους που ρίχνει μια διεισδυτική ματιά σε μια παγκοσμίως γνωστή στιγμή της σύγχρονης ιστορίας. Εν τέλει όμως, η ταινία λειτουργεί θεσπέσια διότι ο -μόλις- 33 ετών σκηνοθέτης έχει καταφέρει να διατηρήσει την δραματική ισορροπία ακόμα και στις πιο φορτισμένες σκηνές του αποφεύγοντας το μελόδραμα και βγάζοντας στην επιφάνεια αληθινό συναίσθημα. Και φυσικά, αυτή η “γλυκόπικρη” επίγευση -που οπτικοποείται με εκπληκτικό τρόπο στην τελευταία σκηνή της ταινίας- που βρίσκεται στον πυρήνα και των υπόλοιπων δύο ταινιών του Chazelle, είναι και εδώ παρούσα, πιο ξεκάθαρη από ποτέ. Ίσως ο Chazelle ως γνήσιο παιδί της σύγχρονης εποχής της επιφάνειας και των εύκολων συμπερασμάτων, να βρίσκει σε αυτήν την διττή θεώρηση κάθε ιστορίας του, αλήθειες και ευαισθησίες που φαντάζουν επίκαιρες, ίσως και επιτακτικές.


Βρείτε την ταινία στο IMDB

2 comment(s)


<