Black Panther Movie Review 

Τρεις συντάκτες καταθέτουν την άποψη τους για τη νέα ταινία της Marvel

Black Panther Movie Review

Στέλλα Παπασαραφιανού 

Ο Black Panther βρυχήθηκε και τον άκουσαν όλοι! Όχι δεν είναι ο πρώτος έγχρωμος ήρωας που ζωντανεύει στην μεγάλη οθόνη, είναι όμως εκείνος που κάνει ένα αναζωογονητικό ποδαρικό στο νέο κινηματογραφικό σύμπαν που εγκαινίασε πριν πέντε περίπου μήνες η Marvel και το οποίο συνεχίζει να χαράσσει καινούργιες διαδρομές μακρυά από την ασφάλεια της πεπατημένης. 

Ο χαρακτήρας που ενσαρκώνει ο Chadwick Boseman ως ο T’Challa, ο πρίγκιπας του βασιλείου της Wakanda, συστήθηκε αρχικά στο κοινό το 1966 μέσα από την σειρά comics του συγγραφέα Stan Lee και του εικονογράφου Jack Kirby, όπου πρωτοστατούσαν οι περίφημοι ‘Fantastic Four’. Αργότερα όμως , εν έτει 1977 η εν λόγω φιγούρα άρχισε να έχει την τιμητική της σε ακόμη μεγαλύτερο βαθμό, εμπλουτίζοντας έτσι και με τις δικές της περιπέτειες τα τεύχη της Marvel Comics. Το αποκορύφωμα ήρθε το 2011 όταν κατέλαβε την 51η θέση κατάταξης στην λίστα του IGN με τους 100 καλύτερους φανταστικούς ήρωες του είδους. 

Αν εστιάσουμε δε, στην μεταφορά της παραπάνω μορφής στο σινεμά, οπωσδήποτε αυτομάτως θυμόμαστε την εμφάνισή του το 2016 στο Captain America: Civil War όπου δημιούργησε πολύ θετικές προσδοκίες για ένα προσεχές φιλμ αφιερωμένο πάνω του. Ήταν αναμενόμενο λοιπόν, να αποκτήσει την δική του ταινία, όπου θα είχε τον χώρο και τον χρόνο που του αναλογεί ώστε να αναπτυχθεί η μυθοπλασία του έτσι όπως της αξίζει. Ο Ryan Coogler (Creed)αποδέχτηκε αυτήν την πρόκληση και έκατσε στην καρέκλα του σκηνοθέτη, υφαίνοντας παράλληλα τον σεναριακό μίτο μαζί και με τον Joe Robert Cole(The People v. O. J. Simpson: American Crime Story). Το αποτέλεσμα φαίνεται να δικαιώνει μέχρι στιγμής αυτήν του την τολμηρή αλλά ευρηματική απόπειρα, μιας και μας παραδίδει μία μεστή σε δράση και πολυσχιδία παραστάσεων ιστορία που φέρει ένα ιδιαίτερο πολιτιστικό και συμβολικό υπόστρωμα, αρθρωμένο σε ένα ηχηρό και δυναμικό κοινωνικό μήνυμα που αποδεικνύεται πιο επίκαιρο από ποτέ. 

Η υπόθεση του έργου περιστρέφεται γύρω από τον T’Challa, ο οποίος έπειτα από την απώλεια του πατέρα του, καλείται να αναλάβει την διακυβέρνηση της γενέτειράς του, της Wakanda, μίας ακμάζουσας περιοχής της Αφρικής με απίστευτο ορυκτό πλούτο και τεχνολογική εξέλιξη που ανθεί προστατευμένη κάτω από τα αδιάκριτα βλέμματα των δυτικών. Γυρίζοντας στον γενέθλιο τόπο του, το δικαίωμα της κληρονομικής διαδοχής δεν του αναγνωρίζεται έτσι απλά, αλλά πρέπει να υποβληθεί σε μία δοκιμασία κομβικής σημασίας ώστε να αποδείξει ότι δικαίως χαίρει του σεβασμού και της στήριξης όλων των φυλών που θα διοικήσει. Το ζήτημα είναι ότι ένας αντίπαλος (Michael B. Jordan) από το παρελθόν θα επανέλθει στο προσκήνιο για να διεκδικήσει τον θρόνο με κάθε τίμημα. Οι δυο τους πρόκειται να αναμετρηθούν σε μία αμείλικτη μάχη η οποία θα καθορίσει τον νικητή, αλλά και το μέλλον τόσο της Wakanda όσο και ολάκερης της υφηλίου. 

Το Black Panther, αποτελεί ένα υβρίδιο φαντασίας και φουτουριστικής ουτοπίας όπου ευδοκιμεί η version, που αποκαθιστά εν μέρει το όραμα για την ευημερία της Αφρικής μακρυά από την εισβολή και την επικυριαρχία της ξένη επιρροής στα εδάφη της. Εκτός αυτού, πιάνει αρκετά επιδέξια και το πνεύμα τόσο αλλοτινών όσο και των μοντέρνων καιρών. Αφενός, αν σταθεί κανείς στον τίτλο του, ενδέχεται να αναλογιστεί πάνω στο έκρυθμο κλίμα της Αμερικής του 1960, όταν μέσα από τις κοινωνικοπολιτικές ζυμώσεις εκείνης της περιόδου αναδύθηκε το λεγόμενο κόμμα των «Μαύρων Πανθήρων», το οποίο συγκρότησαν ριζοσπαστικοποιημένοι Αφροαμερικανοί ως αντίδραση στην καταπίεση και την ανισότητα που υπέμεναν οι ομογενείς τους από χρόνιες εσωστρεφείς και γεμάτες διακρίσεις κυβερνητικές πολιτικές. Αφετέρου, όμως ο ενδιαφέρων αλληγορικός μανδύας με τον οποίο ενδύεται η ταινία, βρίσκει αναφερόμενα και στην τρέχουσα πραγματικότητα.

Σε πολλά μέρη του πλανήτη δεν έχουν πάψει να διαιωνίζονται αντίστοιχες προκαταλήψεις και στερεότυπα που στιγματίζουν συγκεκριμένες ομάδες, οδηγώντας σε άδικες συμπεριφορές και ρατσιστική μεταχείριση εις βάρος τους. Η παθογένεια που προήλθε από την τότε απροκάλυπτη προσπάθεια επιβολής μίας στείρας και τοξικής ιδεολογίας ‘περί ανωτερότητας της λευκής δύναμης’, δεν έπαψε να διαβρώνει τα θεμέλια της κοινωνικής συνύπαρξης, εξακολουθώντας να απαντάται μέχρι και τώρα άλλοτε λιγότερο και άλλοτε περισσότερο έκδηλα. Ο δημιουργός του Black Panther αποκρίνεται ευθέως απέναντι στα ανωτέρω παρωχημένα στεγανά και τις αγκυλώσεις, την εξάπλωση των οποίων ενθάρρυναν εν πολλοίς οι αποικιοκρατικές βλέψεις και οι σταυροφορίες των αναπτυγμένων χωρών σε περιοχές του Τρίτου Κόσμου.  

Τον πυρήνα του φιλμικού περιεχομένου συνέχει η σύγκρουση δύο αμφίρροπων δυνάμεων, η ειδοποιός διαφορά των οποίων έγκειται στην βάση του πώς εννοεί και ευαγγελίζεται ο καθένας την μακροημέρευση του λαού. Ο πρωταγωνιστής εν προκειμένω κάνει μία βουτιά στο παράδοση, στις καταβολές και την κουλτούρα της αφρικανικής ηπείρου, υψώνοντας το ανάστημα του απέναντι σε κάθε επίδοξο οπορτουνιστή  και πληρεξούσιο μίας καταχρηστικής ιμπεριαλιστικής λογικής. Προασπίζεται την πατρίδα του, και τους φυσικούς της πόρους, όπως είναι το πανίσχυρο μέταλλο “βιμπράνιο” χάρη στο οποίο αιώνες τώρα έχει καταφέρει να συντηρεί το έθνος της σε συνθήκες αξιοπρεπούς διαβίωσης και προόδου. Εντούτοις, το αγαθό αυτό εποφθαλμιά να οικειοποιηθεί ο αδυσώπητος εχθρός που καταφτάνει από την άκρη του Ατλαντικού Ωκεανού και που δεν θα διστάσει να πατήσει επί πτωμάτων, ξεθάβοντας ένα ασυγχώρητο λάθος του παρελθόντος, για το οποίο ζητάει διακαώς εκδίκηση.

Ανυπομονεί να αδράξει την ευκαιρία ανέλιξής του στην εξουσία, και να καταστήσει την Wakanda το ορμητήριο για τα μεγαλεπήβολα σχέδιά του. Από τη μία, λοιπόν, ο ανερχόμενος βασιλιάς γίνεται κληρονόμος όχι μονάχα ενός στέμματος, αλλά και μίας ευθύνης άρρηκτα συνδεδεμένης με την εξυπηρέτηση του δημοσίου συμφέροντος και τη διασφάλιση της ενότητας των υπηκόων του, παλεύοντας ηθικά ορμώμενος ώστε να μην διασαλευθούν ούτε στο εσωτερικό ούτε στο εξωτερικό οι ευαίσθητες ισορροπίες. Από την άλλη, ο Erik Stevens πυροδοτεί και θρέφει τον αναβρασμό και την καταφυγή σε σκληροπυρηνικά μέσα αποβλέποντας στην ανακατανομή της παγκόσμιας ισχύος με την πλάστιγγα να γέρνει προς την δική του πλευρά. 

Τα ειδικά εφέ ίσως να μην πείθουν ενίοτε, αλλά η φωτογραφία της Rachel Morrison και το γεμάτο ζωντάνια τέμπο που έχει δώσει στο soundtrack ο Ludwig Göransson, δένουν αρμονικά με τους καταιγιστικούς ρυθμούς των επεισοδίων που διαδραματίζονται τα οποία βρίθουν σε hi-tech αισθητική, νεύρο, κίνηση, εξωτική αύρα και ποικιλοχρωμία. Το στοιχείο του χιούμορ δεν λείπει, εκτονώνοντας την ένταση σε σημεία που δεν το περιμένεις και προκαλώντας σου ένα ευχάριστο ξάφνιασμα. 

Η ‘χημεία’ του cast είναι εμφανής, με τους: Lupita Nyong'o (12 Years a Slave, Star Wars: The Last Jedi), Danai Gurira (The Walking Dead, Mother of George), Daniel Kaluuya (Sicario), Letitia Wright (Doctor Who, Black Mirror), Winston Duke (Law & Order: Special Victims Unit, Person of Interest), Angela Bassett (Mr. & Mrs. Smith, Green Lantern), Forest Whitaker (Zulu, Panic Room), Martin Freeman (The Hobbit movies, Sherock) και τον Andy Serkis (Star Wars: The Last Jedi, The Lord of the Rings trilogy), να πληρούν ο καθένας τον σκοπό του μέσα στο όλο θεαματικό project.

Γιώργος Πρίτσκας 

Είναι δεδομένο πως οι σύγχρονες υπέρ-ηρωικές ιστορίες αποτελούν την μυθολογία των καιρών μας. Ο μύθος του ήρωα με τις απίθανες ικανότητες έχει γαλουχήσει τον άνθρωπο από την αρχή του πολιτισμού και τώρα, βρίσκει την σύγχρονη αναπαράστασή του στους “χάρτινους” υπερανθρώπους των comics. Βασικός και αιώνιος ρόλος του: η παροχή ενός λαϊκού ηρωικού προτύπου που θα εμπνεύσει, θα εμψυχώσει και θα λειτουργήσει ως φάρος ηθικής ακεραιότητας για το άτομο. Γι’ αυτό, το θέμα της «εκπροσώπησης» σε αυτές τις ιστορίες, είναι πάρα πολύ σημαντικό. Ιδίως στην εποχή της παγκοσμιοποίησης που οι τοπικοί μύθοι και ήρωες “καταπίνονται” από τα παγκόσμια σύμβολα της δυτικής ποπ κουλτούρας, είναι καίριας σημασίας η ανάδειξη ηρώων με τους οποίους μπορούν να ταυτιστούν άνθρωποι από κάθε γωνιά της γης. Αυτή η “μυθολογική” ταύτιση είναι μια καθολική εσωτερική ανάγκη  που επηρεάζει στην διαμόρφωση της ταυτότητάς και της θέσης μας στον κόσμο.

Γι’ αυτό, το Black Panther είναι μια πολύ σημαντική ταινία. Ναι, τυπικά, δεν είναι ο πρώτος μαύρος υπέρ-ήρωας του σινεμά, η τιμή αυτή ανήκει στον Blade, ωστόσο, ουσιαστικά, είναι. Ο μόλις τριάντα δύο ετών Ryan Coogler πλάθει μια ταινία και έναν ήρωα που φαίνονται βγαλμένοι απευθείας από τα σπλάχνα της αφρικανικής κουλτούρας. Την ασπάζονται, την υμνούν και την γιορτάζουν. Δεν είναι μια “προσέγγιση”,  δεν είναι μια στερεοτυπική ταινία στο οπορτουνιστικό πνεύμα των blaxpoitation movies της δεκαετίας του ‘70, ούτε υπάρχει για να καβαλήσει το “κύμα” της εποχής. Είναι μια “μαύρη” υπερ-ηρωική ταινία, με τις ευαισθησίες και τους προβληματισμούς της “μαύρης” κουλτούρας. Γι’ αυτό και εμείς, δεν είμαστε σε θέση να την “νιώσουμε” ολοκληρωτικά και απόλυτα. Πολύ απλά, δεν έχουμε τα κοινωνικό-πολιτικά εφόδια, τις παραστάσεις μέσα μας.

Όπως δεν έχει π.χ. και ένας μη-Έλληνας όταν παρακολουθεί το Ρεμπέτικο. Ωστόσο, η αυθεντικότητα του εγχειρήματος δεν μπορεί να υποκριθεί και η ιστορία είναι τόσο δουλεμένη γύρω από την ουσία της που ο θεατής “συνταξιδεύει” συναισθηματικά καθ΄ όλη την πορεία. Το “μαύρο” στοιχείο είναι παντού: τόσο “εξωτερικά”, στην προσεγμένη του παραγωγή όσο και “εσωτερικά”, στη θεματολόγια και τους χαρακτήρες του. Ο Αφρο-φουτουρισμός της -σχεδόν- ουτοπικής κοινωνίας της Wakanda είναι οπτικοακουστικά, φαντασμαγορικά δοσμένος, με μια χρωματική παλέτα που εναλλάσσεται από το μαύρο-ασημί στα γήινα χρώματα της αφρικανικής υπαίθρου και την καθιστά μια πολύ ξεχωριστή και αξιομνημόνευτη τοποθεσία. Δεν μοιάζει με οτιδήποτε άλλο έχουμε δει, όχι μόνο στο κινηματογραφικό σύμπαν της Marvel, αλλά γενικά.

Η μεγαλύτερη επιτυχία του Coogler όμως, εντοπίζεται στους χαρακτήρες και το σενάριο. Οι προβληματισμοί που αναπτύσσονται είναι προσγειωμένοι και επίκαιροι και παρόλο που δεν μπορεί να εμβαθύνει σε όλους, “αρθρώνει” τα μηνύματά της με μια ανθρώπινη ευαισθησία αλλά και ειλικρίνεια που τους χαρίζει μεγάλη συναισθηματική δύναμη. Επιπλέον, σε μια εποχή που φαίνεται ότι τα «προφανή» σε πολιτικό και κοινωνικό επίπεδο δεν είναι τελικά και τόσο… προφανή, είναι σημαντικό το εμπορικό σινεμά να παίρνει ξεκάθαρη θέση. Προσωπικά, χαίρομαι που η Marvel αποκτά πολιτική συνείδηση και μετά το Thor: Ragnarok παραδίδει δεύτερη στη σειρά ταινία που έχει κάτι «χειροπιαστό» να πει. Και αυτό το “κάτι” εντοπίζεται κατά κύριο λόγο στον «κακό» της υπόθεσης που ενσαρκώνει κι εδώ –όπως και στο Thor- τις αμαρτίες του παρελθόντος μιας οικονομικής υπερδύναμης.

Ο Michael B. Jordan ως Killmonger κλέβει την παράσταση και κυριολεκτικά απογειώνει την ταινία από τη στιγμή που αναλαμβάνει πιο ενεργό ρόλο, αλλά, περισσότερο απ’ όλα, είναι ο χειρισμός του Coogler σε σεναριακό και σκηνοθετικό επίπεδο που του χαρίζει τόση δύναμη. Ο θεατής καταλαβαίνει τον Killmonger, τα κίνητρά του, την πορεία και την διαμόρφωσή του. Αντιλαμβάνεται τι τον ωθεί στις πράξεις του και ο Coogler με φανταστική επιδεξιότητα, χωρίς να του “χαρίζει” τίποτα, τον κρατάει σε ανθρώπινα επίπεδα. Ανάμεσα σε αυτούς του δύο αντίθετα συμμετρικούς ήρωες –Black Panther, Killmonger- βρίσκεται ολόκληρη η εσωτερική “πάλη” της μαύρης κοινότητας παγκοσμίως. Και είμαι σίγουρος πως η ταινία θα αγγίξει αυτούς τους ανθρώπους με πολύ έντονο τρόπο. Η μεγάλη λοιπόν αρετή του Coogler, όπως και του πρότυπου ήρωα της ταινίας, εντοπίζεται στην ανθρώπινη κατανόηση και συμπόνια που τους χαρακτηρίζει, χωρίς να χάνουν τη γραμμή των ηθικών αρχών που καθορίζει τις πράξεις τους. Μέσα σε όλα αυτά τα υπέροχα επιτεύγματά του, μερικές “αναιμικά” σκηνοθετημένες σκηνές δράσεις, περνούν εντελώς απαρατήρητες. Φρέσκια, εντυπωσιακή, έξυπνη και με ανθρώπινη συνείδηση, το Black Panther είναι λαϊκό σινεμά θεάματος στα καλύτερά του. 

Αντώνης Παυλίδης 

Το Black Panther ακολουθεί τον πρίγκιπα T'Challa, ο οποίος μετά και τον θάνατο του πατέρα του, επιστρέφει στην πατρίδα του, για να πάρει τη θέση του στο θρόνο ως βασιλιάς της Wakanda, ενός τεχνολογικά ανεπτυγμένου, απομονωμένου Αφρικανικού κράτους. Ωστόσο, όταν ένας παλιός και ισχυρός αντίπαλος επανεμφανίζεται, το θάρρος του T’Challa δοκιμάζεται και οδηγείται σε μια τρομερή σύγκρουση που απειλεί την Wakanda, αλλά και ολόκληρo τον πλανήτη. Αντιμέτωπος με προδοσία και κινδύνους, ο νέος βασιλιάς πρέπει να συγκεντρώσει τους συμμάχους του και να απελευθερώσει όλη τη δύναμη του Black Panther, για να εξολοθρεύσει τους εχθρούς του και να προστατέψει τον λαό του. 

Στην καρέκλα του σκηνοθέτη, της νέας ταινίας στο σύμπαν της Marvel, κάθεται ο ταλαντούχος Ryan Coogler, ο δημιουργός πίσω από τα αξιόλογα Fruitvale Station (2013) και Creed (2015). Χαρακτηριστικό του αμερικανού σκηνοθέτη και σεναριογράφου, είναι η διεισδυτική του ματιά στους χαρακτήρες που επιχειρεί να δουλέψει. Κάτι τέτοιο μας δίνει και στο Black Panther, κυρίως ανάμεσα στον ήρωα της ταινίας, τον  πρίγκιπα T'Challa (Chadwick Boseman) και του Erik Killmonger (Michael B. Jordan) που είναι και ο βασικός κακός στην ιστορία. Οι δύο τους δημιουργούν ένα ηλεκτρικό δίπολο, από την μία πλευρά έχουμε τον T'Challa με πιο συμβατικές τακτικές και από την άλλη τον ριζοσπάστη Killmonger ο οποίος είναι υπέρ του ένοπλου αγώνα των μαύρων ενάντια στους καταπιεστές τους. 

Σεναριακά ο Coogler εστιάζει σε μία ιστορία βαθιά αφροκεντρική όπου δεν διστάζει να μιλήσει για λευκούς αποικιοκράτες βγάζοντας έτσι μία φωνή υπεράσπισης στους απομονωμένους κατοίκους της ταλαιπωρημένης Αφρικής αλλά και των μεταναστών της. Μέχρι ένα σημείο καταφέρνει και πετυχαίνει αυτό τον σκοπό, από την άλλη όμως υπάρχουν και κάποιες θολωμένες πληροφορίες που είναι δύσκολο να χαρακτηριστούν ξεκάθαρες. Πέρα από το προφανές πολιτικό σχόλιο που επιχειρεί να περάσει μέσα από την ταινία του ο Coogler, αναπτύσσει και μία ενδιαφέρον βασιλική κόντρα με φόντο τις πολύχρωμες αφρικανικές παραδόσεις και ιεροτελεστίες. 

Όπως ανέφερα και παραπάνω, ένα από τα χαρακτηριστικά του Coogler, είναι η ικανότητα του να ρίχνει την κατάλληλη βαρύτητα στους ήρωες που πραγματεύεται, τόσο στους βασικούς όσο και στους υπόλοιπους. Σαν αποτέλεσμα έχουμε μία ενδιαφέρον εξέλιξη χαρακτήρων με κίνητρα που διακρίνονται εύκολα και ακολουθείς με ενδιαφέρον την πορεία τους μέσα στην ιστορία. Έτσι έχουμε ατρόμητες πολεμίστριες όπως η Okoye (Danai Gurira) και ερωτεύσιμες παρουσίες όπως η Nakia (Lupita Nyongo’o) οι οποίες ξεχωρίζουν στους γυναικείους ρόλους.  

Αρκετά ενδιαφέρουσα προσέγγιση από μεριά τραγουδιών και μουσικής στην ταινία, με τους Kendrick Lamar και Ludwig Gorranson να προσδίδουν την απαιτούμενη κινηματογραφική λειτουργικότητα με αποτέλεσμα οι συνθέσεις τους να ταυτίζονται απόλυτα με το κλίμα του φιλμ αλλά και τις με τις ιστορίες των ηρώων. Η μουσική λοιπόν, μαζί με την φωτογραφία της ταινίας κλέβουν πραγματικά την παράσταση, με υπέροχα τοπία στον κρυφό παράδεισο της Wakanda που προκαλούν δέος. Να σημειώσω εδώ πως η Rachel Morrison (υπεύθυνη φωτογραφίας) είναι υποψήφια στην κατηγορία καλύτερης φωτογραφίας στα φετινά Όσκαρ για το Mudbound (2017).  

Στα αρνητικά της ταινίας είναι ίσως η ροή και συνεπώς η δράση που ξεδιπλώνεται, η οποία οδηγείται σε μία ασφαλή και απόλυτα προβλέψιμη κατάληξη και σίγουρα το αρκετά κακό CGI, με χαρακτηριστικό παράδειγμα την τελική μάχη. Σε γενικές γραμμές έχουμε να κάνουμε με μία καλοδεχούμενη προσπάθεια από τον Ryan Coogler να μας δείξει κάτι διαφορετικό από αυτά που είχαμε συνηθίσει να βλέπουμε στο Marvel Cinematic Universe. 

Βρείτε την ταινία στο IMDb

15 comment(s)