"Detroit" Movie Review 

Μία πόλη που πυρακτώθηκε μέσα από την φωτιά των διακρίσεων

Η κυκλοφορία του εν λόγω κοινωνικοπολιτικού δράματος της Kathryn Bigelow πραγματοποιήθηκε φέτος στις 4 Αυγούστου του 2017, συμπληρώνοντας 50 έτη από τα τεκταινόμενα συνέβησαν τους θερινούς μήνες του 1967 στο Detroit των Η.Π.Α. Το φιλμ αποδίδει τον παλμό μίας άκρως ταραχώδους εποχής κατά την οποία οι ισορροπίες του κοινωνικού ιστού στο μεγάλο αστικό κέντρο του Michigan απέβησαν ιδιαίτερα εύθραυστες.

Ο θεατής παρακολουθεί πώς πυρπολείται σιγά σιγά το όλο κλίμα, από την αρχική σπίθα μέχρι και την τελική έκρηξη οργής που ξέσπασε στην καρδιά του Detroit. Από την εμφύλια διαμάχη που μαινόταν τότε, ο απολογισμός ήταν 43 νεκροί και περίπου 1000 τραυματίες. Τα γεγονότα που σημειώθηκαν προσέλαβαν καθοριστική πολιτική και κοινωνική σημασία, ενώ πέρασαν στα κιτάπια της μοντέρνας αμερικανικής ιστορίας με μελανά γράμματα. Επικίνδυνοι εσωτερικοί κλυδωνισμοί έφεραν την χώρα σε έντονο αναβρασμό και αστάθεια, καθώς πέρα από το ζήτημα του πολέμου στο Βιετνάμ, το πρόβλημα των φυλετικών διακρίσεων και των ρατσιστικών επιθέσεων κλιμακώθηκε με αποτέλεσμα τις οδομαχίες και τα επεισόδια που εκτυλίχτηκαν το καλοκαίρι εκείνο. Οι εξεγέρσεις αυτές  έγιναν γνωστές και ως «12th Street Riot», από το όνομα της οδού όπου ξεκίνησαν οι άγριες συμπλοκές πολιτών και αστυνομικών. Οι λεηλασίες, το πλιάτσικο και το ριφιφί σε γειτονικά καταστήματα δεν έλειψαν, ενώ ο Νόμος αφού κήρυξε την περιοχή σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης, έδειξε το πιο σκληρό του πρόσωπο, από την μία με αλλεπάλληλες συλλήψεις και ξυλοδαρμούς και από την άλλη πυροβολώντας εν ψυχρώ έναντι όποιου συνιστούσε εν δυνάμει απειλή.

Ο επί χρόνια συσσωρευμένος θυμός των Αφροαμερικανών από την διαιώνιση των ανισοτήτων και των απροκάλυπτων αδικιών που υφίσταντο εις βάρος τους, οδήγησαν σε μία εκτόνωση δίχως προηγούμενο. Οι προκαταλήψεις, τα στερεότυπα και οι μικροπρέπειες εξακολουθούσαν να μένουν βαθιά ριζωμένες στον τρόπο ζωής πολλών λευκών, δυσχεραίνοντας σημαντικά τις διάφορες σχέσεις και αλληλεπιδράσεις σε επίπεδο ανθρώπινης συμβίωσης. Η καλπάζουσα πορεία της ανεργίας, η ανεπίσημη γκετοποίηση των γειτονιών των έγχρωμων και οι ενσωματωμένοι στην γλώσσα υποτιμητικοί όροι έρχονται να προστεθούν στα ανωτέρω, συνθέτοντας έναν φαύλο κύκλο και ένα κατεξοχήν πολωμένο σκηνικό που εκπυρσοκρότησε έναντι της ίδιας της πολιτείας.

Η υπόθεση του έργου λοιπόν, πραγματεύεται την αυθαίρετη εισβολή τριών αστυνομικών στο ξενοδοχείο «Algiers», σε ένα προάστιο του Detroit, με αφορμή τον θόρυβο από έναν πυροβολισμό που ακούστηκε εκεί κοντά. Οι ένοικοι του καταλύματος, η πλειονότητα των οποίων ήταν έγχρωμοι, δέχονται τον εκφοβισμό, τα υβριστικά σχόλια και τα ραπίσματα των ένστολων ανδρών, οι οποίοι απεμπολώντας κάθε έννοια ηθικής και παρακάμπτοντας το πρωτόκολλο των καθηκόντων τους, προχωρούν στην απάνθρωπη κακοποίηση και τον εξευτελισμό των παρευρισκομένων. Η απαράδεκτη τακτική ανάκρισης που χρησιμοποιούν καταλήγει στην εξ’ επαφής εκτέλεση τριών ατόμων με την ανοχή τόσο της Πολιτοφυλακής όσο και της Εθνοφυλακής που είχε σπεύσει στην τοποθεσία. Ο πέλεκυς της δικαιοσύνης μετεωρίζεται ουσιαστικά πάνω από τον τράχηλο τόσο του ίδιου του κοινωνικού συνόλου, που μέχρι πρότινος απέστρεφε αφελώς το βλέμμα του από τις τρέχουσες επιταγές της πραγματικότητας, όσο και των καθεαυτού ηθικών αυτουργών, με τις τρεις τραγικές απώλειες να παραμένουν κυρίως ως υπενθύμιση της βάναυσης καταστολής και της ειδεχθούς εγκληματικής πρακτικής των εκπροσώπων της τάξης.

Η βραβευμένη από την Ακαδημία σκηνοθέτιδα Kathryn Bigelow (The Hurt Locker, Zero Dark Thirty) ενορχηστρώνει μία μυθοπλασία με αναφερόμενα στον αληθινό κόσμο και με το στοιχείο της έντασης και του σασπένς να ξεχωρίζει. Η πιο πρόσφατη αυτή δημιουργία της έχει τα φόντα να σταθεί επάξια δίπλα σε άλλες αξιόλογες συμμετοχές που πρόκειται να διαγωνιστούν στην επερχόμενη 90η Διοργάνωση των Όσκαρ. Δείχνει να χειρίζεται αριστοτεχνικά ένα ευαίσθητο κομμάτι του νεότερου αμερικανικού γίγνεσθαι, βασιζόμενη σε υλικό που προήλθε και από καταθέσεις αυτόπτων μαρτύρων, ενώ ταυτόχρονα επιστρατεύοντας το ντοκουμενταρίστικο ύφος της δικής της χαρακτηριστικής μανιέρας μεταφέρει τον δέκτη στο επίκεντρο της δράσης.

Το κοινό συμπάσχει με τους ήρωες για τις δοκιμασίες που υπομένουν, ώστε ενίοτε να γεννάται η εντύπωση ότι στέκεσαι πλάι στους πρωταγωνιστές, που είναι κολλημένοι στον τοίχο και αγωνιάς και εσύ μαζί για την τύχη τους. Η αμεσότητα, η ωμότητα και η ρεαλιστική απεικόνιση των όσων διαδραματίζονται συνοδεύονται από το στιβαρό, χωρίς επιτηδευμένους μελοδραματισμούς σενάριο του Mark Boal, και τις υποβλητικές μελωδίες του James Newton Howard. Η καθηλωτική κινηματογράφηση του Barry Ackroyd που είχε διακριθεί και για την εξαιρετική δουλειά του στο Captain Phillips (2013,) οπωσδήποτε συμβάλλει στην άψογη αισθητική και ατμοσφαιρική παρουσίαση του φιλμικού περιεχομένου.

Στο Detroit κεντρικούς ρόλους ανέλαβαν να ερμηνεύσουν οι: John Boyega (Star Wars: The Last Jedi/The Force Awakens), Anthony Mackie (Captain America: The Winter Soldier, Avengers: Age of Ultron, Captain America: Civil War), Will Poulter (The Chronicles of Narnia: The Voyage of the Dawn Treader,The Revenant), Hannah Murray (Game of Thrones), Kaitlyn Dever (J. Edgar, The Mentalist), Jason Mitchell (Straight Outta Compton, Kong: Skull Island, Mudbound), και ο Jacob Latimore(The Maze Runner). Το cast ωστόσο, πλαισίωσαν ικανοποιητικά και οι: John Krasinski, Algee Smith, Jack Reynor, Ben O’Toole, Joseph David Jones, Ephraim Sykes, Leon Thomas III, Nathan Davis Jr., Peyton Alex Smith, και o Malcolm David Kelley.

Μέσα από τον κινηματογραφικό φακό της Bigelow, καταφέρνει να αποτυπωθεί ένα πολύ εύστοχο σχόλιο όσον αφορά το θέμα των θεμελιωδών δικαιωμάτων και ελευθεριών του καθενός, αναλύοντας παράλληλα το πώς βρίσκουν ακόμη πάτημα στην γενικότερη συναίνεση ποικίλα τοξικά στεγανά και παράλογες ιδεολογίες που σπέρνουν τον φόβο, την ανασφάλεια και την διχόνοια συλλήβδην. Η χαμένη αθωότητα της νεολαίας, που βίωσε τις σοκαριστικές συγκυρίες, οι οποίες ζωντανεύουν μέσα από το Detroit, αποτελεί αδιάσειστη απόδειξη ότι το χάος δεν ανακύπτει ξαφνικά. Η βαρβαρότητα τρυπώνει εκεί όπου τα αυτιά επιλεκτικά κωφεύουν και φύεται μία ηθοπλαστική υποκρισία. Αναδύεται στην επιφάνεια έπειτα από την μακρά και βολική αποποίηση των ευθυνών τόσο του κράτους όσο και του πολίτη για τις παθογένειες που υφέρπουν στην βάση της κοινωνικής συνύπαρξης. Παρά την σκόνη του χρόνου που επικάθεται σε σημαντικά πεπραγμένα, η ιστορία είναι πάντα παρούσα για να μνημονεύει τα περιστατικά αυτά, και εν προκειμένω όσα δεν μπόρεσαν ποτέ να φιμωθούν αλλά έμειναν σαν αλγεινή ανάμνηση, χαραγμένα στο συλλογικό αφήγημα του αμερικανικού λαού.

2 comment(s)