Οι εγκληματικές προσωπικότητες της μεγάλης οθόνης | Part II 

Ο δολοφόνος γυρνάει δύο φορές στον τόπο του εγκλήματος

Οι εγκληματικές προσωπικότητες της μεγάλης οθόνης | Part II

Όπως ο δολοφόνος γυρνάει δύο φορές στον τόπο του εγκλήματος, ίσως έτσι και εσύ να δυσκολεύεσαι να αντισταθείς στον πειρασμό της κινηματογραφικής αναπαράστασης γνωστών ‘κακών’. Και να που επιστρέφεις για ακόμη μία φορά στην ένοχη απόλαυση του τρόμου που απορρέει από το στίγμα που άφησαν εγκληματικές φυσιογνωμίες-ορόσημα στο χώρο της 7ης Τέχνης. Δεν σε αδικώ! Έχεις κάθε λόγο να θέλεις να παρακολουθήσεις τις μυθοπλασίες τους. Εξάλλου, ας μη γελιόμαστε, οι ιστορίες τους δεν είναι από ‘κείνες που συναπαρτίζουν τον βίο του μέσου ανθρώπου γι’ αυτό άλλωστε και είναι ακαταμάχητα ελκυστικές. Έτσι, λοιπόν, από ασφαλή απόσταση σαν αχόρταγος παρατηρητής παίρνεις μία γερή δόση από το όπιο του τρόμου και ενδίδεις στην σαγήνη του σασπένς  που αποπνέουν αυτοί οι αντιήρωες. Και αν πιάσεις τον εαυτό σου ενίοτε να τους συναισθάνεται ή και να τους λυπάται, μην φρικάρεις… Άνθρωπος είσαι, όχι άγιος.

Don Vito Corleone: “Ο Νονός” (The Godfather, 1972)

Ο αείμνηστος Marlon Brando υπό την σκηνοθετική καθοδήγηση του Francis Ford Coppola ερμήνευσε έναν ρόλο-σταθμό στην καριέρα του, που δικαίως του χάρισε το Χρυσό Αγαλματίδιο, ώστε αμέσως να τον ταυτίζουμε υποκριτικά με την θρυλική μορφή που υποδύθηκε. Ο δυναμισμός του, η επιτυχημένη ιταλική προφορά, η βραχνάδα του, η μυστηριώδης αύρα που απέπνεε μαγνητίζουν και παραπέμπουν απευθείας σε ένα ‘μεγάλο κεφάλι’ στο πάνθεον των κινηματογραφικών κακοποιών. Υποψιάζομαι ότι ήδη σιγοτραγουδάς το υποβλητικό και γεμάτο λυρισμό μουσικό θέμα της ταινίας,  ένα οπερετικό, ελεγειακό βαλς που ενορχήστρωσε ο Nino Rota. Όλα για την οικογένεια λοιπόν, όπως είθισται να λένε στην όχι και τόσο μακρινή Σικελία.  Όλα για την τιμή της φαμίλιας, η οποία ακούει στο όνομα Corleone. Πότε πριν το οργανωμένο έγκλημα δεν είχε τόσο διάσημο επίθετο στο Σινεμά. Το ξεκαθάρισμα λογαριασμών ξαφνικά απέκτησε επικίνδυνα θανάσιμη γοητεία και αρρενωπή φινέτσα. Ο θάνατος φόρεσε κοστούμι υψηλής ραπτικής και πήρε τη θέση του πίσω από το γραφείο του διαβόητου “Νονού” Don Vito Corleone.

Όπως λέμε “The Big Boss”. Ή όπως αλλιώς λέμε υπ’ αριθμόν 1 δημόσιος κίνδυνος, πάντως σίγουρα η επιτομή της αυτοδικίας με στυλ. Ό,τι ορίζει είναι διαταγή και τα σκυλιά δεμένα! Ο λόγος του, σαν θέσφατο που πρέπει να τηρηθεί αναντίρρητα από τα δικά του άτομα που δείχνουν άκρα υποταγή στους δεσμούς αίματος, στην παράδοση. Από τη μία, η αφοσίωση στους άγραφους κώδικες  που μεταβιβάζονται από γενιά σε γενιά, ο ψυχρός υπολογισμός και το καθήκον προς τη συνέχιση του οίκου, και από την άλλη οι ίντριγκες, το εκρηκτικό ταμπεραμέντο και τα πάθη. Πατριαρχική φιγούρα, γνήσιο αρσενικό, τρομακτικά επιβλητικός κυρίαρχος. Ο Ιταλός αυτός αρχιμαφιόζος κινεί επιδέξια τα νήματα της αυτοκρατορίας του. Οι θορυβώδεις λεονταρισμοί δεν είναι το φόρτε του. Αντιπροσωπεύει μία ήρεμη δύναμη με ατσαλένια νεύρα που δεν χαρίζεται. Δεν διαπραγματεύεται για τον σεβασμό. Τον αξιώνει και τον έχει. Όταν κάνει μία προσφορά, τα φθηνά παζάρια ή άλλη περιττή αντιπρόταση αποκλείονται εκ προοιμίου. Δεν υπάρχει δέλεαρ. Απλά η επιλογή να την δεχτείς αδιαμαρτύρητα.

Η περίφημη φράση “I'm gonna  make him an offer  he can't refuse” παραείναι πειστική για να τολμήσει κανείς να αμφισβητήσει τις προθέσεις του. Και εδώ είναι που χωράει το ρητό «καλύτερα να είσαι το δεξί χέρι του διαβόλου, παρά εμπόδιό του». Όσους αναγνωρίζει ως φίλους ή συγγενείς του, μπορούν να τον περιστοιχίζουν ως άξιοι της εμπιστοσύνης του. Αντίστοιχα, εκείνοι αισθάνονται δέος και ευγνωμοσύνη που χαίρουν της εκτίμησής του, έχοντας το μοναδικό προνόμιο να συγκαταλέγονται στον κύκλο του. Αρκετοί τον βλέπουν σαν ευεργέτη τους ή και σαν θεό τους. Όσοι πάλι είναι φτιαγμένοι από το ίδιο χαρμάνι, αλλά αυτοπροσδιορίζονται ως εχθροί του, βρίσκονται κιόλας απέναντί του. Ως αναγκαίο κακό βέβαια, έρχεται η συμφιλίωσή τους με την ιδέα του χαμού τόσο των ίδιων όσο και των οικείων τους.

Η εκδίκηση είναι ένα πιάτο που τρώγεται κρύο, και που σίγουρα αγαπάει να σερβίρει ως εκλεκτή σπεσιαλιτέ στη συνομοταξία του ο εν λόγω επικεφαλής του ιταλικού υποκόσμου. Στην αιματηρή, εμφύλια διαμάχη που ξεσπάει μεταξύ των συμμοριών που ανταγωνίζονται για την επικράτηση στην διακίνηση ναρκωτικών, στον τζόγο, και σε άλλες παράνομες επιχειρηματικές συναλλαγές η ωμή βία, ο βεντετισμός και το δίκαιο της ανταπόδοσης συγχωνεύονται στο πρόσωπο του πεπειραμένου Don Vito Corleone. Ο παλιάς κοπής αυτός γκάνγκστερ έχει την δική του ατζέντα ως προς την αποκατάσταση της τάξης. Ξέρει να κρατάει τα ηνία και να κάνει κουμάντο και στο σπίτι του και στην δουλειά, όσο «βρώμικη» και αν είναι.  Εν τέλει, κάποιος πρέπει να την κάνει! Στην περίπτωση των επίδοξων αντιπάλων του, βάζει κάθε κατεργάρη στον πάγκο του, αρχικά με προειδοποιήσεις που προσιδιάζουν περισσότερο σε τελεσίγραφα (όπως φέρ' ειπείν ένα κομμένο κεφάλι αλόγου) και έπειτα προχωράει σε δραστικά μέτρα, χτυπώντας στο ψαχνό. Οπωσδήποτε, πάντοτε μεθοδικά και αυστηρά επαγγελματικά …

Tony Montana: “Ο Σημαδεμένος” (Scarface, 1983)

Άρωμα Κούβας. Πανάκριβα πούρα και γλυκόπιοτη σαμπάνια. Αισθησιακές, αιθέριες υπάρξεις με πληθωρικές, γυναικείες καμπύλες και λάγνα μάτια που εγείρουν πόθο. Βαρόνοι Κοκαΐνης.  Διεφθαρμένοι μπάτσοι και… ο Tony Montana. Αυτή η μορφή-είδωλο, μοναδικά ερμηνευμένη από τον Al Pacino στα ντουζένια του, έναν βετεράνο πια του κινηματογράφου, άφησε ανεξίτηλο το σημάδι της στο πανί της Μεγάλης Οθόνης και όχι άδικα. Αν και αρχικά το συγκεκριμένο κινηματογραφικό διαμάντι του Brian De Palma δεν έγινε δεκτό με ανοιχτές αγκάλες από τους κριτικούς ώστε να προταθεί ακόμη και για Χρυσό Βατόμουρο (δεν πειράζει, κανείς δεν είναι τέλειος!), εντούτοις έλαβε τις διθυραμβικές κριτικές και την θερμή υποδοχή του κοινού. Η πλοκή του αστυνομικού αυτού φιλμ με trash πολιτιστικές προεκτάσεις που ενσωματώθηκε γρήγορα στην pop κουλτούρα, περιστρέφεται γύρω από τον πολυτάραχο βίο του Tony Montana. Η χαρακτηριστική ουλή στο μάτι του, ενισχύει περισσότερο το ήδη επιβλητικό prestige του. Ξεροκέφαλος και ευέξαπτος. Ανεβάζει απότομα στροφές και πιάνει φωτιά από εκεί που δεν το περιμένεις.

Αθυρόστομος αλλά αφοπλιστικά ειλικρινής. Ό,τι έχει να σου πει, θα σου το πετάξει ευθέως  και χωρίς περιστροφές. Μωρέ, δεν πα να 'σαι και ο Πάπας! Σκληρό καρύδι. Όχι αντράκι της σειράς. Αγνή τεστοστερόνη. Έχει κότσια και τα υποστηρίζει. Ο Tony ξηγείται ντόμπρα και σταράτα και με άλλους ομολόγους του, όπου τα συμβόλαια συνεργασίας στην αγορά του λευκού θανάτου ανθούν. Ο Montana τολμά να τα ρισκάρει όλα για όλα για να ζήσει τον δικό του μύθο. Πρώην φυλακισμένος, με ρίζες από την Κούβα, υποχρεώθηκε από τις κοινωνικοπολιτικές εξελίξεις της δεκαετίας του ’80, να περάσει στην Αμερική, όπως και χιλιάδες άλλοι συμπατριώτες του διέφυγαν, προσβλέποντας παρόλαυτα με ελπίδα σ’ ένα καλύτερο αύριο. Μαϊάμι, εξωτικό μέρος, χλίδα, ελευθερία.  Άλλο ένα παράδειγμα εύπιστου που πλανεύτηκε από το δέλεαρ του αμερικανικού ονείρου θα σκεφτείς. Άλλη μια περίπτωση αμετανόητα ρομαντικού όσον αφορά την ιδέα της ηπείρου της αφθονίας και των ευκαιριών, όπου μπορείς να βρεις γη και ύδωρ και να γίνεις ό,τι θελήσεις... Ίσως. Πάντως, ήταν αποφασισμένος  με κάθε τίμημα να απαλλαγεί από τη μιζέρια που τον κατέτρυχε στην γενέτειρα του. Να γίνει και αυτός κάποιος βρε αδερφέ, σε μία δεύτερη πατρίδα αυτή τη φορά! Ναι, ματαιότις ματαιοτήτων τα πάντα ματαιότις! Εμ! Μια στο τόσο, αν δεν βγεις και λίγο έξω από τα νερά σου...

Κυνήγησε λοιπόν τη δική του τύχη, και να που αυτή του χαμογέλασε. Από τα αλώνια στα σαλόνια, λοιπόν. Μεγαλοπιάστηκε και άρχισε να κάνει χρυσές δουλειές, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι ήταν και αναίμακτες. Ένας brutal χαρακτηρισμός ταιριάζει εδώ: Κακός χαλασμός. Και η αδρεναλίνη στα ύψη. Αφήνει πλέον την υπογραφή του ως άνθρωπος της νύχτας σε έντονα κόκκινο στίγμα στο σώμα όσων δεν συμμορφώνονται. Αποκτά διασυνδέσεις και ανεβαίνει γρήγορα στην ιεραρχία των μεγαλεμπόρων κοκαΐνης, γευόμενος από το νέκταρ της δόξας. Κατακτάει την Elvira (Michelle Pfeiffer), τη γυναίκα που πόθησε σαν ανεκτίμητο τρόπαιο από την πρώτη στιγμή. Τώρα πια, ως αυτοδημιούργητος ηγέτης μιας ακμαίας επιχείρησης, βολεύεται πίσω από το εβένινο γραφείο του, καπνίζοντας τα αγαπημένα του πούρα, στην αναπαυτική καρέκλα του που φέρει με χρυσά γράμματα τα αρχικά του. Κύρηδες δεν έχει. Ο Tony Montana είναι αφεντικό  του εαυτού του. Τα νταραβέρια και οι συμφωνίες που κλείνει με τα υπόλοιπα καρτέλ, του αποφέρουν έναν πακτωλό χρημάτων, και η άσπρη σκόνη αποβαίνει το μέσο για την ανέλιξή του, το διαβατήριο για μία πλουσιοπάροχη ζωή και μία θέση πολυτελείας στο περιθώριο του Νόμου.

Ωστόσο, όπως ένα τραγικός ήρωας στην πιο σύγχρονη όμως θεώρησή του, διαπράττει ύβρη, έτσι και το βάθρο του Tony τρίζει, και οδηγείται προς την προσωπική του τιμωρία. Βλέπει σιγά σιγά το όραμά του να θρυμματίζεται και το status του να παραπαίει μέσα σε ένα κοινωνικό γίγνεσθαι όπου η ηθική διάβρωση, η διαπλοκή και το ψέμα κυριαρχούν μέχρι τα μπούνια, και δεν μπορείς να έχεις εμπιστοσύνη πουθενά. Ώσπου φτάνει η ημέρα που το διαπιστώνει και ο ίδιος. Κατόπιν μίας στραβής με τον συνέταιρο του Alejandro Sosa, που πλέον επιζητά να τον αποτελειώσει, ξεκινάει η  πολιορκία και η αμείλικτη επίθεση στην έπαυλή του. Τα πρωτοπαλίκαρα του, μπουκάρουν στην βίλα του Montana και τότε γίνεται γης Μαδιάμ. Τον λόγο έχουν πια τα αυτόματα που γαζώνουν με διαδοχικές ριπές το οίκημα. Ο Tony ενώ υπερασπίζεται με νύχια και με δόντια τα κεκτημένα του, αρθρώνει μία κουβέντα-σήμα κατατεθέν και ρίχνει με ένα πολυβόλο στους εχθρούς του: “Say hello to my little friend!”. Τραυματίζεται αλλά με απίστευτο κουράγιο στέκει ακόμη όρθιος και δέχεται σωρηδόν τα σκάγια, μέχρι να λάβει την χαριστική βολή πισώπλατα. Τα όπλα σιγούν. Σφαίρες έχουν αφήσει  διάστικτους τους τοίχους, το ίδιο και το κορμί του Tony. Πόσο θέλησε να χωρέσει ολάκερο τον ντουνιά στο άδραγμά του! Και αυτή η λαχτάρα του έμελε να στολίσει σαν επιτύμβια επιγραφή τον υδάτινο τάφο του: «Ο κόσμος είναι δικός σου». Είναι. Αρκεί να μην τον πάρεις τόσο στα σοβαρά.

Alex DeLarge: “Το Κουρδιστό Πορτοκάλι”  (A Clockwork Orange, 1971)

Η αριστουργηματική μεταφορά του ομώνυμου μυθιστορήματος του Anthony Burgess, από τον εμβληματικό δημιουργό Stanley Kubrick, με την προκλητικά αποκαλυπτική και σκανδαλιστικά πρωτότυπη ματιά του, ζωντάνεψε έναν χαρακτήρα-φαινόμενο στα κινηματογραφικά χρονικά. Δοκιμάζοντας με τολμηρή αισθητική και πρωτοποριακές τεχνικές τις αντοχές του θεατή, έπλασε τον Alex DeLarge. Μέσα από το ενίοτε ψυχεδελικά δομημένο έως και δυστοπικά φουτουριστικό σύμπαν του σκηνοθέτη το οποίο βρίθει σε νοητικές ακροβασίες, αναδύονται εικόνες που από τη μία σε αφήνουν άφωνο, και από την άλλη σε κάνουν να θέλεις να τσιρίξεις από ένταση. Η απεικόνιση του κεντρικού ήρωα ως ένα ακραίο παράδειγμα αποκλίνουσας συμπεριφοράς και εγκληματικής δράσης αποδίδουν την ακατανίκητη επιθυμία του για αναταραχές, τον ασυγκράτητο κυνισμό και την ιδιαίτερη ροπή του προς την αναστάτωση. Τον νεαρό και απείθαρχο Alex με το πανούργο βλέμμα τον λες και βασιλιά του μπάχαλου. Συνθέτει την δική του κλίκα, τριγυρνώντας τις νύχτες, βανδαλίζοντας και θρέφοντας τα άγρια ένστικτά του.

Είναι σε διαρκή υπερδιέγερση που επιζητά λαίμαργα την εκτόνωση. Ως πρωτεργάτης του σαματά, δίνει το σύνθημα για να επιδοθούν με τους συνεργούς του σε αξιόποινες πράξεις , νοιαζόμενοι μόνο για την λυτρωτική διέξοδο που προσφέρεται στα αχαλίνωτα πάθη τους, στις βίαιες  και πρωτόγονες ορμές τους. Με την ηθική και τη λογική δεν είναι και τόσο καλοί γνώριμοι. Η δική του κοσμοαντίληψη έχει εγκαταλείψει προ πολλού κάθε έννοια ορθότητας ή ενσυναίσθησης. Το φιλότιμό του έχει πέσει σε λήθαργο. Απευαισθητοποιείται και έτσι απεκδύεται τις ευθύνες των ενεργειών του, για να απαλλαγεί από το επαχθές βάρος τους. Ποιος μίλησε για έλεγχο συνείδησης και ενοχές; Για εκείνον είναι ψιλά γράμματα όλα αυτά. Για τον ατίθασο αυτόν έφηβο προέχει να αναζητά την πληρότητα σε έκλυτες απολαύσεις. Tου αρέσει να τριπάρει πίνοντας τον δικό του δυναμωτικό ζωμό: γάλα με ψυχοτρόπες ουσίες.  Συχνάζει εκεί όπου επιτρέπεται η  άφθονη κατανάλωση του, στο στέκι όπου είναι τακτικοί θαμώνες με την παρέα του.  Εξάλλου, το επιβεβαιώνει πανηγυρικά και ο ίδιος : “This would sharpen you up and make you ready for a bit of the old ultra-violence”.

Τον εξιτάρει και τον μεθάει η προσωρινή τέρψη που νιώθει στιγμιαία από την παρέκκλιση, από την τέλεση των αδικημάτων που διαπράττει. Αλλοτριώνεται και μεταλλάσσεται σε ένα άκαρδο δρών υποκείμενο που παρασύρεται από την αναλγησία και τον σαδισμό. Ξεσπάει σε τρανταχτά γέλια ενώ παρακολουθεί τα άτυχα θύματα του να υποφέρουν. Η διαστροφική του φαντασία διαφαίνεται καθώς τραγουδάει κεφάτα τον εύθυμο σκοπό “I’ m singing in the rain” ενώ βιαιοπραγεί εις βάρος ενός ζευγαριού, ξυλοκοπώντας βάναυσα τον συγγραφέα και υποχρεώνοντάς τον να παρακολουθεί τον βιασμό της συζύγου του. Δεν το απασχολεί η ανθρώπινη υπόσταση και η αξιοπρέπεια. Έως ότου η Θεία Δίκη του χτυπήσει και εκείνου την πόρτα. Ως γνωστόν, η βία φέρνει βία. Από μία σπασμωδική και εν βρασμώ κίνηση, γίνεται δολοφόνος. Τότε, οι ρόλοι του θύτη και του θύματος αντιστρέφονται. Ακολουθεί η καταδίκη του εισάγοντάς τον στην πραγματικότητα που περιβάλλει το χωνευτήρι του σωφρονιστικού συστήματος, το οποίο του απαντάει με την ίδια, ίσως και με περισσότερη δριμύτητα ώστε να τον μετατρέψει σε ένα ακόμη γρανάζι, μία μηχανική οντότητα, εξ’ ου και ο τίτλος της ταινίας .

Μέσα από την έννομη αλλά εξίσου βάναυση καταστολή του από την πολιτεία, εισπράττει και εκείνος την εμπειρία του παθόντα και της οδύνης ενός τραυματικού βιώματος. Με πρόσχημα την εξυγίανσή του και την συνεισφορά του στο έργο της Ψυχιατρικής, μετατρέπεται σε ένα πειθήνιο όργανο, ένα πειραματόζωο. Οι ιατρικές παρεμβάσεις που υπομένει, συντελούνται με μία μακιαβελική λογική προς χάριν της αναμόρφωσής του και της επιτυχούς εμπέδωσης της βάρβαρης φύσης του εγκλήματος. Ο πρωταγωνιστής οδηγείται στον αποτροπιασμό, στην ταπείνωση και την καθυπόταξη. Καταλήγει, λοιπόν, σε έναν αδύναμο αποδέκτη των τερατωδών χειρισμών της Επιστήμης με τις ευλογίες και των αρχών. Πλέον συνιστά ένα υποβόλιμο πλάσμα που χάνει την ανθρώπινη ουσία του ενώ αποστερείται το δικαίωμα της επιλογής. Η πλειονότητα των θεατών είναι σε αμφιθυμία, με την αμηχανία τους να πηγάζει από τον προβληματισμό: να κατακλυσθούν από οίκτο ή να επιμείνουν στην ικανοποίηση του κοινού αισθήματος δικαιοσύνης; Μέσα από την μεστή σε αλλεπάλληλες ιδεολογικές επιστρώσεις και συμβολισμούς αφήγηση, σκιαγραφείται η ιδιόρρυθμη φιγούρα και ιδιοσυγκρασία του Alex DeLarge, παρακινώντας μας να αναστοχαστούμε. Εδώ ακριβώς έγκειται η ριζοσπαστική αλληγορική προσέγγιση της  χρήσης του μανιχαϊκού δίπολου «καλού-κακού», της αντιμετώπισης του εγκληματία, της προσωπικής ταυτότητας, της ελεύθερης βούλησης, της κατάχρησης του Νόμου, της συγχώρεσης και της εξιλέωσης.

Patrick Bateman  (American Psycho, 2000)

Psycho killer, qu'est ce que c'est?... Φυσικά και δεν είναι άλλος από τον Patrick Bateman. Ενώ αντικρίζεις τον Christian Bale να καταθέτει τα διαπιστευτήρια του υποκριτικού του ταλέντου ως ψυχοπαθής δολοφόνος στη Νέα Υόρκη, σοκάρεσαι και μόνον από τον τρόπο που του έχει γυρίσει το μάτι. Σαν να έχει κατασκευαστεί η μοντέρνα εκδοχή του Τζακ του Αντεροβγάλτη. Εν προκειμένω, ξεπροβάλει ως επιφανές στέλεχος ενός δημοφιλούς χρηματοπιστωτικού ομίλου της  Wall Street, που έχει μπει για τα καλά στο τρυπάκι του γιαπισμού, του κιτς στυλ και του ακραίου ατομικισμού στα τέλη των ‘80s, την λεγόμενη εποχή των παχιών αγελάδων. Πάρτι, γκουρμέ γεύματα σε κυριλέ εστιατόρια και εντυπωσιακοί χώροι ξέφρενης νυχτερινής διασκέδασης. Ο αδυσώπητος επαγγελματικός ανταγωνισμός, η προσωπική ευημερία, η πρωτοκαθεδρία της καταξίωσης βαφτίζονται ως αυταξία. Ο άκρατος υλισμός, το αίσθημα του ανικανοποίητου και ο ρηχός καταναλωτισμός είναι πολύ της μόδας πια. Είναι το οξυγόνο του φιλήδονου ωφελιμιστή, της αβάσταχτης ελαφρότητας και της αφόρητα νεόπλουτης νοοτροπίας του.

Ο βιτριολικός σαρκασμός διατρέχει το σενάριο καυτηριάζοντας τα στοιχεία  που συνέχουν  τον κόσμο των σύγχρονων πολυεθνικών, των τραπεζικών μεγαθηρίων, των αχανών αστικών κέντρων της Δύσης και των καρεκλοκένταυρων που διευθύνουν πυρετωδώς τις δραστηριότητες στο διεθνές καπιταλιστικό σύστημα. Με βάση τα  προαναφερόμενα, ο  Patrick Bateman, με το ατσαλάκωτο πουκάμισό του, το νεανικό του σφρίγος και την διαβολικά γοητευτική του κατατομή, διηγείται την δική του ιδιότυπη εμπειρία η οποία κυριολεκτικά είναι βουτηγμένη στο αίμα και τη βία. Χάρη στο σκηνοθετικό μανουβράρισμα της Mary Harron παρακολουθούμε τη διασκευή του μυθιστορήματος του Bret Easton Ellis, η οποία δίχασε κοινό και κριτικούς, ώστε από κάποιους να χαρακτηριστεί ακόμη και ως cult θρίλερ-παρωδία. Εντούτοις, κανείς δεν μπορεί να αμφισβητήσει το γεγονός πως ο Bateman εξακολουθεί να είναι ο πιο τρομακτικός χρηματιστής-εφιάλτης που προκαλεί ανατριχίλα και σε τσιτώνει ακόμη μέχρι και σήμερα.

Μία από τις πιο splatter σκηνές γεμάτες αλλοφροσύνη και black humor, είναι αυτή με το τσεκούρι και με το λευκό του αδιάβροχο, λερωμένο από τις κηλίδες αίματος που εκτοξεύτηκαν  ενώ κατακρεουργούσε τον συνάδελφό του, Paul Allen (Jared Leto), τραγουδώντας το "Hip to Be Square". Τα στιγμιότυπα αυτά έχουν αποτυπωθεί αναπόφευκτα στη μνήμη κάθε θεατή που αποκλείεται έστω και για ελάχιστα δευτερόλεπτα να μην απέστρεψε το βλέμμα του από την αποκρουστική εικόνα που αντίκρισε. Για να μην θυμηθούμε ότι κάλλιστα θα του πήγαινε γάντι και ο τίτλος «Ο σχιζοφρενής δολοφόνος με το πριόνι». Η νοσηρή του κατάσταση καταδεικνύει τα θέματα ψυχοπαθολογίας που έχει, ενώ διαγράφεται πληρέστερα από το πόσο έχουν νεκρωθεί τα αισθητήρια της συναισθηματικής του αντίληψης.  Ο πόνος που προξενεί στα θύματά του δεν τον επηρεάζει καν, σε σημείο που να τον αφήνει παγερά αδιάφορο. Ο αθεράπευτος εγωκεντρισμός του, οι ιδέες μεγαλείου, οι ιδεοψυχαναγκαστικές και υποχονδριακές του τάσεις, οι μακάβριες και σκοτεινές φαντασιώσεις του, μαζί με την αιμοβόρα του διάθεση περιγράφουν ένα άτομο αποδιοργανωμένο, που του βγαίνει αβίαστα η έμφυτη κλίση προς στο μακελειό. Συνιστά μία ναρκισσιστική προσωπικότητα.

Είναι εμφανής η εμμονική προσκόλληση του αφενός στην φροντίδα του προσώπου του, στη γυμναστική (τον βλέπουμε να χοροπηδάει ανέμελα με το σχοινάκι του και να γυμνάζει με όργανα την ήδη καλλίγραμμη σιλουέτα του), και αφετέρου στο τουπέ που αποπνέει (τη επίμαχη σκηνή του σεξ με τις δύο ιερόδουλες στην κρεβατοκάμαρά του, κοιτάζει στον καθρέφτη με απερίγραπτη ωραιοπάθεια και έκσταση, σαν να λέει στον εαυτό του «Φτου σου, πασά μου!»). Σε μία από τις καθιερωμένες κούρες ομορφιάς του, μονολογεί από μέσα του: “I feel lethal, on the verge of frenzy. I think my mask of sanity is about to slip”. Κάτω από το αψεγάδιαστο προσωπείο του τρανού, του φτασμένου χάσκει ένα ανεκπλήρωτο υπαρξιακό κενό, μία λυσσαλέα και παρανοϊκή δίψα για καταστροφή. Πίσω από τη φαινομενικά υγιή και δυναμική του περσόνα, υπολανθάνει μία τρομερή ανασφάλεια που επιζητά μονίμως την επιβεβαίωση. Απέναντι  σε όποιον τον υπερβεί σε υπεροχή  (ακόμη και με αφορμή την εμφάνιση μίας επαγγελματικής κάρτας) κατευθείαν γίνεται μπουρλότο και όποιον πάρει ο Χάρος. Το σύμπλεγμα της ανωτερότητας τον κρατάει πάντοτε δέσμιο της μικροπρέπειας και του φθόνου. Όταν οι υποψίες της αστυνομίας στρέφονται προς εκείνον ως βασικό ύποπτο, καθώς διερευνούνται τα ίχνη της αιματοχυσίας που επιφέρει, αυτός αρκείται στη δικαιολογία απλά ότι επέστρεφε κάτι βιντεοκασέτες όταν συνέβαιναν τα φονικά! Ο κυνισμός του μαρτυρείται από το πόσο ετοιμόλογος και προκλητικός είναι όσον αφορά τα  λεγόμενά του. Το στομάχι σου δένεται κόμπος ειδικά όταν εντελώς αποστασιοποιημένα και ξερά ομολογεί αργότερα τις κανιβαλιστικές του προτιμήσεις, τους ακρωτηριασμούς, τον βασανισμό όσων έπεσαν στα χέρια του. Η ταινία ολοκληρώνεται με ένα gros plan στα μάτια του Bateman. Συνήθως λένε πως είναι ο καθρέφτης της ψυχής του ατόμου. Με ορισμένους βεβαίως  πρέπει να ψάξεις πολύ βαθιά… Όμως, αντέχεις όντως να ρισκάρεις να δεις αυτό το ομοίωμα;

Joker: “Σκοτεινός Ιππότης” (The Dark Knight, 2008)

Εντάξει, νομίζω θα ήταν ιεροσυλία να μην συμπεριλάβω στην δεκάδα των εγκληματικών φυσιογνωμιών του Σινεμά, την εν λόγω διαταραγμένη προσωπικότητα. Αναμφίβολα, ένας από τους πιο hardcore κακοποιούς του Gotham  City και άσπονδος πολέμιος του Batman. Η θλιβερή απώλεια του αναπάντεχα χαμένου Heath Ledger, ενός εκ των πιο αξιόμαχων ηθοποιών της γενιάς του, στοίχισε στον χώρο του κινηματογραφικού θεάματος ένα σπουδαίο  καλλιτέχνη, η θέση του οποίου δύσκολα θα πληρωθεί από κάποιον συνάδελφό του. Κακά τα ψέματα, η καθηλωτική ερμηνεία του ως Joker στην blockbuster περιπέτεια γοτθικής αισθητικής  «The Dark Knight» του Christopher Nolan, ήταν εκείνη που ανέδειξε την λάμψη του άστρου του, χαρίζοντάς του αν και μετά θάνατον Όσκαρ Β’ Ανδρικού Ρόλου και τεκμηριώνοντας την φήμη του ως εξαιρετικού εκπροσώπου της υποκριτικής . Ποτέ πρωτύτερα ένα λοξό, βαμμένο με κόκκινη μπογιά χαμόγελο δεν είχε γίνει τόσο γρήγορα viral, ώστε να αποτελέσει φετίχ της σύγχρονης δημοφιλούς κουλτούρας. Όσοι θεατές τάσσονταν ανέκαθεν υπέρ του Ανθρώπου-Νυχτερίδα, άρχισαν τότε να αναθεωρούν και συμπαθούν επικίνδυνα τον εγκληματία-γελωτοποιό με τις νευρώδεις χειρονομίες και τους μορφασμούς, που κάθε άλλο παρά γέλωτα σου βγάζει.

Η εκκεντρικότητα, το απόκοσμο γέλιο του και η ανατριχιαστική ηχώ του σε συνδυασμό με την ανεπανάληπτη μουσική υπόκρουση από τον Hans Zimmer, σε αφήνει πάνω σε αναμμένα κάρβουνα. Όταν ο πόνος και το μακάβριο ανοίγουν ανεπούλωτες πληγές που παραμορφώνουν την ψυχή, φαίνεται απείρως πιο υποφερτή μία “μάσκα”, ικανή να κρύψει το ψυχολογικό ράκος. Πίσω από το χαρακτηριστικό αυτό σαρδόνιο μειδίαμα υπολανθάνει μία πανουργία που μεταμορφώνεται σε παράνοια. Ο τρόπος που εκμυστηρεύεται το πώς απέκτησε την κυρτή ουλή που αυλάκωσε τις άκρες των χειλιών του, χαράσσοντας ένα τρομακτικό χαμόγελο στο πρόσωπό του, σε κάνει να γουρλώνεις τα μάτια από κατάπληξη. Ο αέρας του μακάβριου και της παραφροσύνης συνοδεύει αυτή την τραγική φιγούρα που είναι έρμαιο της ακόρεστης επιθυμίας  του για χάος και πανδαιμόνιο. Ένα ντελίριο, μία ολέθρια έξαψη, μία σπίθα παραλογισμού που μπορεί να πυρακτώσει στο λεπτό κάθε τι συνετό και να σκορπήσει τον πανικό. Ο σχεδόν υστερικός ενθουσιασμός, η φρενίτιδα με τα οποία βιαιοπραγεί, αλλά και οι αλήθειες που ξεπηδούν μέσα στο παραλήρημά του, σε βάζουν σε δεύτερες σκέψεις, ώστε να αναρωτιέσαι γιατί τελοσπάντων συμφωνείς με το αγνό παράδοξο, με την απόλυτη παράκρουση.

Το σωστό μόλις που ακροπατεί μέσα στην ζοφερή άβυσσο του μυαλό του. Για εκείνον η λογική αποτελεί την εξαίρεση στον κανόνα μέσα στο δικό του άναρχο σύμπαν. Η τρέλα του μοιάζει με κινούμενη άμμο η οποία καταπίνει στην δίνη της κάθε τι ορθό και ανθρώπινο. Στήνει ένα ντόμινο από δυσοίωνες εξελίξεις και ανυπομονεί να ρίξει το τελευταίο κομμάτι που θα φέρει τον ορυμαγδό στους δρόμους της πόλης. Ενώ μαίνεται η αντάρα και η αναμπουμπούλα, επιμένει στο ερώτημα: “Why so serious?”. Ένας ασταθής δραπέτης της ψυχιατρικής κλινικής Arkham Asylum, ένας αδίστακτος τρομοκράτης ή ένα ακαριαίο χτύπημα στο φυσιολογικό και στην τάξη;  Οπωσδήποτε, μία απτή απόδειξη ότι η αδικία ριζώνει εκεί όπου το σύστημα επιλεκτικά αποφασίζει να φορέσει παρωπίδες  ως προς την πάταξη της ανομίας.  Ο Joker συνιστά ένα βότσαλο το οποίο έρχεται να ταράξει τα λιμνάζοντα νερά του Gotham που έχει πάρει ήδη την κατρακύλα. Αποτελεί την ενσάρκωση του παράταιρου που μπορεί να συμπαρασύρει μαζί του στον γκρεμό το πιο αμέμπτου ηθικής υπόδειγμα (Harvey Dent), με την μη αναστρέψιμη μεταστροφή του σε έναν στυγνό εκτελεστή (Two-Face). 

Άλλωστε, όπως παραφράζει και ο Joker: “ Ό,τι δεν σε σκοτώνει, σε κάνει πιο αλλόκοτο”. Όταν ο κλοιός του παραλογισμού σφίγγει oλοένα και περισσότερο, τότε η επιβίωση γίνεται αυτοσκοπός. Ο επικηρυγμένος αυτός δράστης μοιράζει περιχαρής την τράπουλα, θέτοντας τους αλλοπρόσαλλους κανόνες ενός αρρωστημένου «παιχνιδιού». Με το αγαπημένο του φύλλο κλείνει θανατηφόρα κάθε παρτίδα με τους αντιπάλους του. Ο Joker πειραματίζεται ασυναίσθητα πάνω στην ανατομία του εγκλήματος, γράφοντας το δικό του μανιφέστο σφοδρότητας και παραβιάζοντας το “απόρθητο» οχυρό του Νόμου. Δοκιμάζει το κατά πόσο το ένστικτο της αυτοσυντήρησης και η έννοια της αποστέρησης δύνανται να υπερκεράσουν την ηθική, οδηγώντας στην εκτροπή και την παραφορά. Σε περίπτωση έκτακτης ανάγκης, είναι σίγουρα το άτομο που θα ήθελε να πατήσει το κόκκινο κουμπί!

Αντιλαμβάνεται λοιπόν, κανείς ότι πέρα από το φωτεινό φάσμα των χρωμάτων υπάρχουν και οι μελανές αποχρώσεις, οι πιο σκούροι τόνοι. Δεν απαντώνται μόνον οι φανταχτεροί, οι ονομαζόμενοι καλοί ήρωες. Αυτοί οι από μηχανής θεοί θα έχαναν πολύ από την αίγλη τους και θα φάνταζαν ωραιοποιημένες καρικατούρες, αν δεν υπήρχε και η ανεστραμμένη  μεριά του πράγματος. Τα εγκληματικά alter ego τους υπάρχουν για να μας υπενθυμίζουν ότι μία αχτίδα φωτός δεν μπορεί να είναι ευδιάκριτη παρά μόνο μέσα από το σκοτάδι. Καταρρίπτουν την  ψευδαίσθηση ενός δίκαιου κόσμου για να αναλογιστείς πως χωρίς το ένα, δεν υφίσταται το άλλο. Στη τελική, οι εκ δια μέτρου αντίθετες δυνάμεις νοηματοδοτούν και συνέχουν το ο,τιδήποτε. Είναι ζωτικής σημασίας αντίβαρα που καθορίζουν τις απαραίτητες ισορροπίες.

Ίσως λοιπόν, αυτούς τους κινηματογραφικούς κακοποιούς, μερικές φορές τείνεις να τους  δικαιολογήσεις ή έστω προσπαθείς να εξηγήσεις  τη στάση και τα κίνητρά  τους, και τότε καταλαβαίνεις πως είσαι κάπως δεμένος μαζί τους. Και αυτό έχει μια βάση. Όλοι έχουμε και το καλό και το κακό μέσα μας. Κανείς δεν αντιπροσωπεύει στο 100% μόνο το ένα, και όχι το άλλο. Θα μπορούσε ο οποιοσδήποτε εν δυνάμει να εγκληματήσει. Η φύση του εγκλήματος άλλωστε δεν περιορίζεται αμιγώς στο δίπολο άσπρο ή μαύρο. Έχει βαθύτερες, πιο γερές ρίζες που φτάνουν μέχρι τα μύχια του εσωτερικού μας κόσμου. Από εκεί όπου είναι  εξίσου πιθανό  να αναδυθεί τόσο ο Παράδεισος όσο και η Κόλαση. Απλώς, στο μέτρο που μπορείς και θέλεις, ελπίζεις να μην χρειαστεί να επιβεβαιωθεί ποτέ το δεύτερο.

13 comment(s)