Κινηματογραφική Λέσχη: Vol 6 

Η ξενάγηση στον μαγικό κόσμο του σινεμά, συνεχίζεται...

Κινηματογραφική Λέσχη: Vol 6

(Όσοι δεν γνωρίζετε ποιος ο σκοπός της Κινηματογραφικής Λέσχης, παρακαλώ ξεκινήστε από το Vol 1)

Ξέρω ότι -σχεδόν- κανείς δεν διαβάζει την εισαγωγή σε τέτοιου είδους άρθρα. Το ουσιώδες κομμάτι για όλους βρίσκεται στην λίστα που ακολουθεί και οι πρώτες αυτές λέξεις τις περισσότερες φορές, δεν είναι παρά ένα αναγκαίο “γέμισμα” της σελίδας για να διατηρείται η αναγνωρίσιμη δομή στα μάτια του αναγνώστη. Όχι, όχι, δεν είναι ένα “κατηγορώ” όλο αυτό. Ούτε εγώ την διαβάζω εξάλλου. Ωστόσο, αφού αυτή τη στιγμή βρίσκομαι στην αντίπερα όχθη, αυτή του συντάκτη, λέω να εκμεταλλευτώ κάπως καλύτερα αυτόν τον χώρο γράφοντας για κάτι που τουλάχιστον ενδιαφέρει εμένα. Ψιλό-εγωιστικό, έχετε δίκιο. Αλλά πάλι καλύτερο νομίζω, από το ολοκληρωτικό χάσιμο χρόνου, για όλα τα εμπλεκόμενα μέρη, μιας τυπικής εισαγωγής. Αποφάσισα λοιπόν να αναπτύσσω εδώ διάφορες μικρές “σκέψεις” που αφορούν το σινεμά και δεν θα γίνονταν ποτέ ολόκληρο άρθρο. Νομίζω κατά έναν τρόπο ταιριάζει με όλο αυτό που προσπαθούμε να κάνουμε με την Κινηματογραφική Λέσχη που, εκτός από την πρακτική ευκολία που ευελπιστούμε ότι σας προσφέρει, είναι συνάμα και μια προσπάθεια ευρύτερης “μύησης” στην κινηματογραφική τέχνη, μέσω ποιοτικών ταινιών.

Θα ξεκινήσω λοιπόν, με ένα θέμα που πάντα με ταλαιπωρούσε λιγάκι. Κοινώς, θα ξεκινήσω με γκρίνια. Συγχωρήστε με, εσείς οι πέντε που διαβάζετε ακόμα. Το πρόβλημα που έχω έχει να κάνει με την αντιμετώπιση των αποκαλούμενων “δύσκολων” ταινιών από το ευρύτερο κοινό. Αλλιώς: αυτών των ταινιών που αψηφούν τις -συνήθως εμπορικές- επιταγές για ευκολία στην παράδοση των πληροφοριών στον θεατή, για παραδοσιακή δομή στην αφήγηση, για εύπεπτη θεματολογία και για στενά οριοθετημένα πλαίσια στην ανάγνωσή τους. Φυσικά κάθε ταινία είναι μοναδική και δεν θέλω να εκληφθεί πως υποστηρίζω ότι ένα έργο με αυτά τα χαρακτηριστικά είναι de facto ανώτερο από κάποιο άλλο. Θέλω απλά να υπερασπιστώ την φιλοσοφία και την ύπαρξή τους και όχι να μειώσω όσες δεν ανήκουν σε αυτήν την κατηγορία. Δεν τίθεται θέμα σύγκρισης δηλαδή. Ωραία. Η υπεράσπισή μου στηρίζεται σε έναν συλλογισμό ο οποίος έχεις τις ρίζες του σε κάποια δοκίμια του Τολστόι πάνω στην τέχνη αλλά και του σπουδαίου Έλληνα κριτικού, Βασίλη Ραφαηλίδη. “Η τέχνη είναι μια ανθρώπινη δραστηριότητα που συνίσταται στο ότι ένας άνθρωπος μεταδίδει συνειδητά σε άλλους ανθρώπους, με τη βοήθεια ορισμένων εξωτερικών σημείων, συναισθήματα που έχει βιώσει, και οι άλλοι μολύνονται από αυτά τα συναισθήματα και τα βιώνουν” έγραψε ο Τολστόι το 1898 στο βιβλίο του “Τι είναι η τέχνη”.

Ο συλλογισμός λοιπόν είναι ο εξής απλός: νομίζω όλοι συμφωνούμε πως ο κινηματογράφος είναι μια μορφή τέχνης. Όπως μας λέει και ο Τολστόι καθαρά στο πρώτο σκέλος της πρότασης, κάθε μορφή τέχνης είναι ουσιαστικά μια μορφή επικοινωνίας. Και κάθε μορφή επικοινωνίας δεν μπορεί παρά να είναι αμφίδρομη. Για να συνεννοηθούν δύο άνθρωποι πρέπει να υπάρξει συνειδητή προσπάθεια και από τους δύο, πόσο μάλλον όταν τα θέματα είναι βαθύτερα και πιο “λεπτά”. Κάπως έτσι λοιπόν και στην τέχνη και το cinema ειδικότερα. Οι δημιουργοί προσπαθούν να επικοινωνήσουν μέσω της κινηματογραφικής γλώσσας (τα “εξωτερικά σημεία” που λέει ο Τολστόι). Άλλοι τη χειρίζονται καλύτερα αυτή τη γλώσσα και άλλοι χειρότερα και σαφώς, άλλοι την κατανοούν καλύτερα ή βαθύτερα και άλλοι χειρότερα ή πιο επιφανειακά, αν θέλετε.  Όπως ακριβώς την προφορική και γραπτή γλώσσα. Η αντίληψη και κατανόηση αυτής της γλώσσας, όπως κάθε γλώσσας, είναι θέμα “επένδυσης” και τριβής μαζί της. Όσο πιο πολλά “επενδύεις”, τόσο βαθύτερα την αντιλαμβάνεσαι, τόσο περισσότερα “κερδίζεις” από αυτήν.

Η παρακολούθηση μιας ταινίας, δεν μπορεί να είναι μια παθητική διαδικασία. Αυτό που προσπαθώ να πω, για να μην μακρηγορώ άλλο, είναι: αφήστε χώρο και για τέτοιες δημιουργίες, μην απορρίπτετε κάτι με μια πρώτη, επιπόλαιη εντύπωση. Η σύγχρονη εποχή τρέχει με “χίλια” και όλοι μένουμε στην επιφάνεια, τα θέλουμε όλα στο πιάτο, αν δεν μας τα προσφέρουν, το προσπερνάμε και πάμε παρακάτω εν ριπή οφθαλμού. Αυτή η ευκολία και η ταχύτητα όμως πολλές φορές μας “αποκοιμίζει”. Σε μια τέτοια εποχή έχουμε ανάγκη από “δύσκολες” ταινίες, έχουμε ανάγκη να επιβραδύνουμε για λίγο και να κοιτάξουμε λίγο βαθύτερα, να παιδευτούμε με την “γλώσσα”, να κατακτήσουμε κάτι που θα είναι ουσιαστικά δικό μας. Είμαι σίγουρος πως αυτά που θα “δούμε”, θα αξίζουν τον κόπο. Αυτά. Τα λέμε την επόμενη φορά, με εσάς τους δύο που μείνατε μέχρι εδώ…     

Καλές προβολές!

We need to talk about Kevin της Lynn Ramsey (2011)

Ταινία με πραγματική πυγμή και μια θεματολογία που σε “τσακίζει” ψυχολογικά από την αρχή μέχρι το σοκαριστικό φινάλε. Η Tilda Swinton είναι συγκλονιστική ως μια μητέρα  ενός παιδιού (ο –Flash- Ezra Miller) που φαίνεται να πάσχει από διαταραχή προσωπικότητας. Η Ramsey δεν έχει σκοπό να ηθικολογήσει με ένα τόσο πολύπλοκο ζήτημα αλλά στέκεται απέναντι στους αμφιλεγόμενους χαρακτήρες της με μια ειλικρίνεια που προσωπικά με τρόμαξε. Είναι η μητρική αγάπη υπεράνω όλων;

The Motorcycle Diaries του Walter Sales (2004)

Μια ελεύθερη καταγραφή του ταξιδιού του Che μαζί με τον φίλο του Alberto Granado στα “ενδότερα” της Νότιας Αμερικής που τον καθόρισε ως άνθρωπο. Ο Sales συστήνει στον κινηματογραφικό κόσμο έναν Che πριν γίνει το σύμβολο μιας επανάστασης και ακόμα πιο πριν καταντήσει μια φάτσα σε μπλουζάκι, χτίζοντας το πορτραίτο ενός ανθρώπου με βαθύ, αγνό ουμανισμό και άκαμπτη πίστη στις ανθρώπινες αξίες. Με ένα από τα καλύτερα soundtracks της προηγούμενης δεκαετίας, το Motorcycle Diaries είναι ένα road movie γεμάτο αυτού του είδους της ενέργειας που σε κάνει να θες να γίνεις καλύτερος άνθρωπος. Θα έπρεπε να το δείχνουν στα σχολεία, κατά τη γνώμη μου.

Into the Wild του Sean Penn (2007)

Ακόμα ένα road movie, ακόμα μια αληθινή ιστορία επαναστατικής νιότης αλλά μπολιασμένη με έναν αυθεντικό ρομαντισμό από τον Sean Penn. Ο Christopher McCandless δεν είχε την πορεία του Che Guevara αλλά η δική του, προσωπική επανάσταση απέναντι στην τοξική σύγχρονη κοινωνία μοιάζει με θρίαμβο κάπου βαθιά μέσα σε κάθε έναν από εμάς. Απλό, ειλικρινές, ανθρώπινο σινεμά για έναν νέο που ψάχνει τη θέση του στον κόσμο. Επιβάλλεται αν είσαι 18 χρονών.  

Klopka (The Trap) του Srdan Golubovic (2007)

Αριστουργηματικό neo noir του σύγχρονου σέρβικου κινηματογραφού, το Klopka του Srdan Golubovic είναι μια ταινία που δεν ξεχνιέται εύκολα. Δεν θέλω να αναφέρω πολλά, εγώ το είδα μη γνωρίζοντας καν τη βασική πλοκή και με συνεπήρε. Τραγικά διλήμματα σε μια Σερβία σε αποσύνθεση. Αν είστε γονιός, προετοιμαστείτε για μια “επίπονη” εμπειρία.

Midnight Run του Martin Brest (1988)

Ας ελαφρύνουμε και λίγο. Ο σκηνοθέτης του Άρωμα Γυναίκας αλλά και του (τραγικού) Gigli παραδίδει μια από τις πιο απολαυστικές περιπέτειες της δεκαετίας του 80 . Γρήγορος ρυθμός, απολαυστικοί διάλογοι, έξοχη ισορροπία ανάμεσα στην κωμωδία και την δράση και ένα έξυπνο σενάριο συνθέτουν μια ταινία που μας υπενθυμίζει, δυστυχώς, πόσο έχει πέσει η ποιότητα του σύγχρονου σινεμά δράσης. Εντυπωσιακά εφέ – καλογραμμένοι χαρακτήρες, σημειώστε: 2. Πάντα.  Bonus: Παίζει ο Robert De Niro.

Deliverance του Jon Boorman (1972)

Ακόμα ένα αριστούργημα που ξεπήδησε από την χρυσή δεκαετία του 70 στην Αμερική. Τέσσερις μεσήλικες, γιάπηδες  αποφασίζουν να διασχίσουν ένα δύσβατο ποτάμι στην Ν. Αμερική, ωστόσο το ταξίδι τους θα μετατραπεί σε εφιάλτη. Ο Jon Boorman σκηνοθετεί μια σταδιακή κατάβαση στην άγρια πλευρά του ψυχισμού, αντιπαραβάλλει τον “πολιτισμένο” άνθρωπο  με την άγρια φύση για να αποκαλύψει τα ενστικτώδη σκοτάδια που κρύβουμε μέσα μας. Κάποιες σκηνές σοκάρουν ακόμα και σήμερα.

Magnolia του Paul Tomas Anderson (1999)

Παραδόξως, το υπερφιλόδοξο, τρίωρο φιλμ του Anderson είναι η πιο συναισθηματική και ανθρώπινη δημιουργία του.  Ακολουθώντας τις διαπλεκόμενες ζωές πολλών χαρακτήρων χτίζει με υπέροχη δημιουργικότητα πίσω από την κάμερα, ένα σύγχρονο ανθρώπινο μωσαϊκό που αναζητά αυτό το “κάτι παραπάνω” που όλοι θα θέλαμε να υπάρχει πίσω από την τυχαιότητα της ζωής. “Γλυκόπικρη”, αστεία σε σημεία αλλά πάντα σπιρτώδης και με φανταστικές ερμηνείες, το Magnolia κάνει τα 188 λεπτά του, να περνούν σαν νερό.

Ikiru του Akira Kurosawa (1952)

Ένας άνδρας που έχει περάσει το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του σε μια γραφειοκρατική δουλειά ανακαλύπτει πως πάσχει από καρκίνο και προσπαθεί να δώσει νόημα στις τελευταίες αυτές μέρες που του έχουν απομείνει. Γνήσιο λαϊκό σινεμά από τον τεράστιο Kurosawa. Βαθύ, λιτό, κατανοητό, παντοδύναμο.

The Straight Story του David Lynch (1999)

Μπορεί να υπήρχε ήδη το Elephant Man, ωστόσο,  αυτή είναι η ταινία που κατά τη γνώμη μου απέδειξε μια και καλή πως ο David Lynch είναι ένας σκηνοθέτης με βαθιά κατανόηση της κινηματογραφικής τέχνης και όχι απλά ένας εκκεντρικός βιρτουόζος. Μακριά από τις βλοσυρές, ονειρικές δημιουργίες που μας είχε συνηθίσει, το The Straight Story είναι ένας γαλήνιος ύμνος στην απλότητα και τον ίδιο τον άνθρωπο. Ένας γέρος άντρας επιχειρεί να διασχίσει με το χορτοκοπτικό του τρακτέρ μια τεράστια απόσταση στην αμερικανική επαρχία για να συναντήσει μετά από χρόνια τον αδερφό του. Απίθανο score από το Badalamenti και φανταστικές ερμηνείες σε μια λιτή ταινία με γνήσιο συναίσθημα.

Repulsion του Roman Polanski (1965)

Μαζί με το Rosemary’s Baby, η κατά τη γνώμη μου σπουδαιότερη και πιο αγχωτική ταινία της πρώιμης περιόδου του Polanski. Κλειστοφοβικός, προσωπικός τρόμος από τον Πολωνό σκηνοθέτη που καταφέρνει σε ένα μικρό διαμέρισμα να πλάσει μια αποπνικτικά εφιαλτική ατμόσφαιρα που σε “ξεβολεύει” συνεχώς από τη θέση σου. Θεωρώ πως η σειρά Silent Hill, του “χρωστάει” μερικά πράγματα…

16 comment(s)