Αφιέρωμα: Skin Deep 

Η πιο βαθιά «επιφανειακή» κωμωδία

Αφιέρωμα: Skin Deep

Υπάρχουν μερικές ταινίες που έχουν περάσει κάτω από τα ‘σύγχρονα’ ραντάρ του κοινού παρόλο που φέρουν ονόματα διάσημων του χώρου στους τίτλους τους. Ένα τέτοιο παράδειγμα είναι και η ταινία Skin Deep. Την πρώτη φορά που είδα την συγκεκριμένη ταινία η ώρα ήταν περασμένη, μετά τις 2 το βράδυ, τότε που έβλεπα ακόμα τηλεόραση (τα τελευταία 5 χρόνια δεν παρακολουθώ σχεδόν καθόλου). Η ταινία έπαιζε σε κάποιο κρατικό κανάλι, και όντας ξαπλωμένος μεταξύ φθοράς και αφθαρσίας, τα καρέ του φιλμ έκαιγαν τις κόρες των ματιών μου και φώτιζαν το σκοτεινό δωμάτιο. Την έβλεπα χωρίς ήχο, μιας και η τηλεόραση ήταν αρκετά παλιά ώστε να υποστηρίζει ασύρματα ακουστικά που ούτως ή άλλως ποτέ μου δεν είχα.

Από τότε, αυτό είναι κάτι που το κάνω συχνά. Προσπαθώ να δοκιμάζω πολλά παιχνίδια και ταινίες με τον ήχο κλειστό. Σας προκαλώ να το δοκιμάσετε κάποια στιγμή στη ζωή σας. Είναι μια εμπειρία που οξύνει κάποιες από τις αισθήσεις. Πολλές φορές ο ήχος είναι εκεί για να αποπροσανατολίζει ή να τονίζει συγκεκριμένα πράγματα, και αποκόπτοντας τον βάζει κανείς τα δικά του ‘θαυμαστικά’ εκεί που επιθυμεί. Αυξάνει την αντίληψη της πλοκής, σε κάνει πιο ‘συγκεντρωμένο’ αν κάτι τέτοιο βγάζει νόημα. Η πραγματικότητα βέβαια είναι πως, κάποιες φορές αυτό το σύστημα δουλεύει, κάποιες άλλες όχι. Δεν είναι όλα τα έργα ή όλα τα παιχνίδια δημιουργημένα με τις ίδιες ‘σταθερές’, οπότε ο ήχος σε κάποια από αυτά είναι απαραίτητο στοιχείο. Το Skin Deep, δεδομένου του ότι μπορεί κανείς να το δει με υπότιτλους (αν και έχω σταματήσει να το κάνω και αυτό, μιας και προτιμώ να κουράζομαι χωρίς αυτούς) και δεδομένου πως πρόκειται για ‘physical acting’ που πλησιάζει τα όρια επεισοδίου του Mr. Bean ή της γνωστότερης έμπνευσης αυτού, τον ‘Ροζ Πάνθηρα’ μπορεί κανείς να το απολαύσει και με κλειστό τον ήχο. Βέβαια, δεν το προτείνω ως μια casual μορφή διασκέδασης, άλλα ως μια εναλλακτική στην περίπτωση που έχετε ήδη δει την ταινία κανονικά.

Skin Deep, σημαίνει ‘επιφανειακός’, ‘ρηχός’, περιγράφοντας έτσι αποτελεσματικά τον χαρακτήρα του κεντρικού πρωταγωνιστή, όχι όμως και την ίδια την ταινία που κινείται στην ακριβώς αντίθετη όχθη. Όσο ρηχός είναι ο χαρακτήρας που θέλει να μας παρουσιάσει (και πέρα για πέρα αληθινός με την έννοια του ‘βγαλμένος από τη ζωή’) άλλο τόσο βάθος έχουν τα στοιχεία που την απαρτίζουν. Μιλάμε για μια από τις πιο δύσκολες άλλα επιτυχημένες ηθοποιίες από τον John Ritter που υποδύεται τον Zach Hutton, καθώς και μια εξαιρετική δομή σεναρίου με πολλά νοήματα που ίσως περάσουν απαρατήρητα, παρόλο που η ταινία δεν προσπαθεί να τα κρύψει. Την ταινία την έχει σκηνοθετήσει και γράψει ο Blake Edwards, περισσότερο γνωστός σε εμάς για τις περιπέτειες του Peter Sellers στον ‘Ροζ Πάνθηρα’ ή το Breakfast at Tiffany’s με την Audrey Hepburn.  To Skin Deep έρχεται πάνω από μια δεκαετία μετά την επιτυχία του Ροζ Πάνθηρα και όπως είναι φυσικό, περνάει σχεδόν απαρατήρητο. Καταφέρνει να ‘βγάλει τα χρήματά του’ όμως οι κριτικοί δεν το υποδέχονται με καλό μάτι. Αυτό γιατί αποτελεί μια ιδιαίτερη προσπάθεια στο χώρο. Είναι μια ‘σοβαρή’ ταινία με χιούμορ. Όχι. Αφήστε με να το επαναδιατυπώσω. Είναι μια κυκλοθυμική ταινία. Ένα έργο που περιέχει αντίθετα στοιχεία. ‘Ωμή’ κωμωδία άλλα με σοβαρή πλοκή. Η σκηνοθεσία δεν είναι τίποτα το ιδιαίτερο, όμως οι χαρακτήρες που έχει χτίσει ο Blake Edwards είναι εξαιρετικοί. Από τον ψυχίατρο μέχρι το τελευταίο θηλυκό.

Η υπόθεση έχει να κάνει με τον Zach Hutton, έναν επιτυχημένο συγγραφέα που έχει ‘κολλήσει’ και δε μπορεί να γράψει πια. Είναι αλκοολικός και αθεράπευτα γυναικάς. Αυτοκαταστροφικός. Ένα τυπικό σενάριο, που μάλιστα έτυχε να δούμε και πρόσφατα στην τηλεοπτική σειρά ‘Californication’. Έχουν κάτι το ιδιαίτερο οι αυτοκαταστροφικοί τύποι στο σινεμά. Έχουν ένα ξεχωριστό ενδιαφέρον. Μπορεί κανείς να δει τον εαυτό του σε κάποια από τις πτυχές του ήρωα. Εδώ, ο John Ritter κάνει μία από τις καλύτερες ερμηνείες του. Είναι πολύ δύσκολο να παίζεις τέτοιους χαρακτήρες σε τέτοια σενάρια. Την περισσότερη ώρα στην οθόνη είναι σοβαρός. Ο ρόλος το απαιτεί, ακόμα κι αν καταστρέφονται τα πάντα γύρω του. Είναι πολύ καλύτερος και πιο αληθινός από τον ‘ξύλινο’ Billy Crystal στο Analyze Τhis. Την πρώτη φορά λοιπόν που είδα την ταινία, έκλαψα από τα γέλια. Και αυτό γιατί δεν περίμενα πως η ταινία που έβλεπα θα μπορούσε να εξελιχτεί έτσι. Με έπιασε απροετοίμαστο. Έβλεπα κοινωνικό θέμα και σοβαρές ερμηνείες και δεν μπορούσα να φανταστώ τι θα επακολουθούσε. Είχα πάρα πολύ καιρό να γελάσω φωναχτά με ταινία και σίγουρα δεν περίμενα πως αυτή θα ήταν μία από εκείνες.

Ο Blake Edwards μαεστρικά παίζει με το θεατή, φορτώνοντάς τον τύψεις και ενοχές, μπλέκοντας δύο μεγάλα πάθη του ανδρικού πληθυσμού. Τις καταχρήσεις και τις γυναίκες. Μπορεί να υπερβάλλει σε πολλά σημεία (όπως κάνει άλλωστε στις περισσότερες ταινίες του) όμως ακόμα και αυτή η υπερβολή είναι επιτηδευμένη. Θέλει να τονίσει τους κινδύνους που κρύβει μια κατάχρηση. Ο ήρωας παρουσιάζεται καθ’ όλη τη διάρκεια της ταινίας σαν ‘ξεγραμμένος’ και η πορεία του είναι προδιαγεγραμμένη. Δύσκολα κανείς βρίσκει τη δύναμη να ξεφύγει από μια κατάχρηση και έναν συγκεκριμένο τρόπο ζωής, και αυτό προσπαθεί να μας το μεταδώσει μέσω της ερμηνείας του ο Ritter. Είναι τραγελαφικές οι καταστάσεις στις οποίες μπλέκει, μοιάζουν αστείες, όμως κρύβουν ένα πολύ διαταραγμένο πρόσωπο που αποτυπώνεται τέλεια στις εκφράσεις του. Η ταινία περιέχει πολλά ‘ηθικά διδάγματα’ και ακόμη περισσότερα ‘επίπεδα’. Είναι ένα έργο που μπορούν να παρακολουθήσουν αρκετοί άνθρωποι διαφορετικών ηλικιών, και καθένας τους να αποκομίσει κάτι ξεχωριστό από αυτήν.

Ο Edwards, όπως και με τον ‘Ροζ Πάνθηρα’ παίζει επικίνδυνα με την ερμηνεία της λέξης ‘κωμωδία’. Οι ήρωές του μοιάζουν σαν θεατρικούς ηθοποιούς που συνεχίζουν να υποδύονται τους ρόλους τους όταν τα πάντα γύρω τους καταρρέουν. Είναι η αποτύπωση σε φιλμ της φράσης ‘The show must go on’.  Είναι λες και τα εξωφρενικά γεγονότα που συμβαίνουν δεν τους επηρεάζουν. Λες και προσπαθούν να ‘μείνουν μέσα στο ρόλο τους’ όσο ο σκηνοθέτης τους βάζει παγίδες και τους κάνει φάρσες για να δει αν θα αντέξουν. Αυτή η περίεργη μορφή κωμωδίας, όπου τα τραγελαφικά γεγονότα αντιπαραβάλλονται με τις σταθερές εκφράσεις των απαθών ηθοποιών είναι μοναδική. Πλησιάζει το Βρετανικό χιούμορ, όμως δεν είναι ακριβώς αυτό. Είναι ένα υβρίδιο κωμωδίας. Ή μήπως έχουμε μπερδέψει και παρερμηνεύσει τελικά τι σημαίνει ‘κωμικό’;

Κι εκεί που νομίζεις πως το χιούμορ σε αυτή την ταινία είναι ‘subtle’, υποβόσκει δηλαδή χωρίς να πετάγεται μπροστά σου με φανφάρες και πυροτεχνήματα, γίνεται το ακριβώς αντίθετο. Βγαίνει εκτός ‘διαγράμματος’ και λογικής, με σκηνές που είναι όσο καλτ μπορεί κάποιος να φανταστεί. Σκηνές όπου ο…πόλεμος των άστρων ζωντανεύει μπροστά σου με έναν διαφορετικό τρόπο, με χορογραφία θεατρική και καταστάσεις εκτός ορίων. Δεν θέλω να σας χαλάσω την εμπειρία για αυτό δεν θα επεκταθώ περισσότερο.

Το Skin Deep είναι μια ταινία που δεν είναι καθαρή κωμωδία, και για αυτό όπως είπαμε έχει καταφέρει να διχάσει κοινό και κριτικούς. Όμως είναι από εκείνες που πρέπει να δεις, έστω για μια φορά στη ζωή σου, για να εκτιμήσεις τη διαφορετικότητα εκείνης της εποχής και την διάνοια του Edwards και του Ritter.

Βρείτε την ταινία στο IMDB

4 comment(s)