Victoria 

Εσείς τι θα κάνατε στη θέση της;

Victoria

Κάθε τόσο εμφανίζονται κάποιες ταινίες οι οποίες σου δημιουργούν συναισθήματα τα οποία δεν ήξερες ότι μπορεί να στα δημιουργήσει ο κινηματογράφος. Ταινίες σαν το True Romance, Les Amants du Pont-Neuf, Oldboy, Let the Right One In, Kickass, I Saw the Devil κτλ. Ταινίες οι οποίες σε κάνουν να ερωτεύεσαι, να οργίζεσαι, να ενθουσιάζεσαι, να σοκάρεσαι και να στεναχωριέσαι. Μία τέτοια ταινία είναι και το Victoria του Γερμανού Sebastian Schipper.

ΥΠΟΘΕΣΗ

Η υπόθεση της ταινίας είναι σχετικά απλή. Η Victoria, μία Ισπανίδα μετανάστης στη Γερμανία, μετά από μία μοναχική βραδιά σε ένα club του Βερολίνου, και καθώς ετοιμάζεται να επιστρέψει σπίτι της, γνωρίζει μια παρέα νεαρών Βερολινέζων οι οποίοι της προτείνουν να τους ακολουθήσει για να την ξεναγήσουν στο αυθεντικό Βερολίνο. Κατά τη διάρκεια αυτής της ξενάγησης η Victoria καλείται να πάρει αποφάσεις. Πιο συγκεκριμένα, η Victoria καλείται να βοηθήσει την προαναφερθείσα παρέα να διαπράξει μία ληστεία τράπεζας.

ΘΕΜΑΤΟΛΟΓΙΑ

Η ταινία αν και εκτιμήθηκε από κοινό και κριτικούς στα διάφορα φεστιβάλ, έχω την εντύπωση ότι δεν εκτιμήθηκε για τους σωστούς λόγους ή για να το πω καλύτερα, δεν εκτιμήθηκε στην ολότητά της. Κάποια θέματά της δηλαδή παραβλέφθηκαν από την πλειοψηφεία των ειδικών για έναν απλό λόγο. Ο χαρακτήρας της Victoria αντιπροσωπεύει όλους τους νέους οι οποίοι λόγω της «προδοσίας» του «συστήματος» και των θεσμών αναγκάστηκαν να αφήσουν τις πατρίδες τους για να αναζητήσουν κάτι διαφορετικό. Λειτουργεί δηλαδή και σαν μία αλληγορία για την εποχή της κρίσης. Οπότε γίνεται κατανοητό ότι η ταινία είναι όσο πιο φρέσκια και επίκαιρη γίνετα και αφορά περισσότερο τους νέους της εποχής και λιγότερο τους κριτικούς των φεστιβάλ οι οποίοι βλέπουν κινηματογράφο με ακαδημαικό τρόπο βάζοντας στην άκρη το συναίσθημα.

Θα προσπαθήσω λοιπόν να εντοπίσω αυτά τα θέματα τα οποία ξέφυγαν της προσοχής του κοινού και των κριτικών και δεν θα προσπαθήσω να αναλύσω ολόκληρη την ταινία λεπτό προς λεπτό. Επίσης, θα επικεντρωθώ στα στοιχεία τα οποία με έκαναν να αγαπήσω το Victoria και να το κατατάξω στις καλύτερες ταινίες της χρονιάς που πέρασε. Εννοείται βέβαια ότι θα αναφερθώ και στα προφανή (σκηνοθεσία, ερμηνείες) αλλά λίγο περισσότερο χώρο θα αφιερώσω στην «κρυφή» θεματολογία της ταινίας.

Η ΜΟΝΑΞΙΑ

Στην αρχή της ταινίας και πιο συγκεκριμένα στην πρώτη σκηνή, η Victoria πηγαίνει στο μπαρ για ένα τελευταίο σφηνάκι ολομόναχη και προσπαθεί να πιάσει κουβέντα στον μπάρμαν. Ο μπάρμαν της απαντάει μονολεκτικά, αρνείται το σφηνάκι που τον κερνάει η Victoria, με φιλικές διαθέσεις και χωρίς κανένα υπονοούμενο, και συνεχίζει τη δουλειά του απομακρυνόμενος. Η Victoria κοιτάζει αμήχανα και σιωπηλά γύρω της και σηκώνεται να φύγει. Βλέποντας την σκηνή αυτή ήταν σαν να πέρασαν μπροστά από τα μάτια μου όλες οι στιγμές μοναξιάς που έζησα στην Αγγλία. Οι ίδιες στιγμές μοναξιάς που νέοι άνθρωποι σαν την Victoria βιώνουν καθημερινά μακριά από την πατρίδα τους. Οι κριτικοί είπαν ότι η Victoria είναι χωρίς έγνοιες, χωρίς ανησυχίες και ανέμελα ζει τη ζωή της διασκεδάζοντας στα clubs του Βερολινου. Οι κριτικοί όμως δεν μπόρεσαν να διακρίνουν την σχεδόν σοκαριστική μοναξιά της. Ποιος πηγαίνει μόνος του σε club; Ποιος χορεύει μόνος του σαν τρελός σαν να προσπαθεί να βγει στην επιφάνεια για να πάρει ανάσα; Ποιος κερνάει σφηνάκια χωρίς να έχει άλλες, πονηρές σκέψεις στο μυαλό του; Μόνο οι μοναχικοί και απελπισμένοι άνθρωποι σαν την Victoria.

ΤΟ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑΚΟ ΧΑΣΜΑ

Βλέποντας την ταινία κάποιοι ίσως παραξενευτούν με τους διαλόγους και τα κακά αγγλικά των πρωταγωνιστών. Επίσης, όσο και να θέλεις να την παραβλέψεις, υπάρχει μία διάχυτη αμηχανία στους διαλόγους και στην επικοινωνία των πρωταγωνιστών η οποία ίσως να εκνευρίσει τον θεατή. Σας διαβεβαιώνω όμως ότι όλα είναι απολύτως ρεαλιστικά και είναι μέρος της καθημερινής επικοινωνίας των νέων μεταναστών και ειδικά των Ισπανών. Αναφέρω συγκεκριμένα τους Ισπανούς γιατί στην Ισπανία μέχρι και πρόσφατα μεταγλώτιζαν όλες τις μη ισπανόφωνες σειρές και ταινίες, οπότε λογικό είναι η επαφή τους με τα Αγγλικά να είναι σχεδόν μηδενική και το συντακτικό τους τελείως μη συμβατό με την Αγγλική γλωσσα. Για παράδειγμα, η Victoria θα ρωτήσει: «Yes, but this is your car?». Η έκφραση «yes but this is» είναι ίσως από τις πιο οικείες εκφράσεις στο μυαλό μου και όποτε την ακούω ξέρω ότι σίγουρα ο συνομιλητής μου είναι Ισπανός. Ο σκηνοθέτης, γνωρίζοντας προφανώς όλα τα παραπάνω, χρησιμοποιεί αυτό το επικοινωνιακό χάσμα προς όφελος της ταινίας δημιουργώντας ένα ρεαλιστικό κλίμα γενικής «ανησυχίας», γιγαντώνοντας ταυτόχρονα το αντίκτυπο που έχει στον ψυχισμό του θεατή η λυτρωτική έκρηξη συναισθημάτων του δεύτερου μισού της ταινίας.

ΤΟ ΣΥΣΤΗΜΑ

Στην σκηνή του πιάνου και αφού η Victoria έχει σταματήσει να παίζει, αναφέρει ότι το Ωδείο της στη Μαδρίτη της είπε ότι χάνει τον χρόνο της και ότι δεν είναι αρκετά καλή πετώντας στα σκουπίδια σχεδόν τη μισή ζωή της. Γενικά, το Ωδείο, το σχολείο, το πανεπιστήμιο, η οικογένεια και άλλες έννοιες με ένα γενικό κύρος και μία κοινή αποδοχή, στον κινηματογράφο τείνουν να συμβολίζουν τη γενική έννοια που έχει επικρατήσει στην εποχή μας να ονομάζουμε «σύστημα». Έτσι και στη Victoria, το σύστημα, μέσω του Ωδείου, την απέριψε όπως απορρίπτει εκατομύρια νέους παγκοσμίως με ικανότητες και όνειρα και τους στέλνει στο εξωτερικό. Οι κριτικοί είπαν ότι η Victoria κάνει ένα διάλλειμα από την καθημερινότητά της στην Ισπανία και πήγε στο Βερολίνο για διακοπές και πρόσωρινή εργασία για να χρηματοδοτήσει τις διακοπές της. Οι κριτικοί όμως δεν κατάλαβαν ότι η Victoria δεν είχε καθημερινότητα στην Ισπανία και η δουλειά της στο Βερολίνο κάθε άλλο παρά προσωρινή ήταν. Κάποιος θα μπορούσε εύκολα να παρατηρήσει ότι η ταινία είναι μία μικρογραφία της ζωής της πρωταγωνίστριας. Το πρώτο μισό γεμάτο ενθουσιασμό και όρεξη για έρωτα, δημιουργία και περιπλάνηση και το δεύτερο μισό γεμάτο χάος, σκοτάδι και σκληρό ρεαλισμό.

ΡΕΑΛΙΣΜΟΣ

Ένας φίλος μου με ρώτησε μετά την προβολή της ταινίας: «Μα είναι ρεαλιστικό όλο αυτό; Πώς γίνεται μία νέα κοπέλα ολομόναχη όχι μόνο να ακολουθήσει τρεις άγνωστους άντρες αλλά να δεχθεί να γίνει και συνεργός σε ληστεία τράπεζας;» Εγώ θα παραθέσω μερικά δεδομένα της ταινίας και θα σας αφήσω εσάς να μπείτε στη θέση της Victoria και να πάρετε αποφάσεις. Η Victoria δεν πολυκαταλάβαινε τι γινόταν γιατι δεν μιλούσε καθόλου Γερμανικά και τα Αγγλικά της δεν ήταν και τα καλύτερα. Επίσης, η Victoria ήταν λιγάκι «τσιμπημένη» με τον Sonne και θα τον ακολουθούσε ακόμα και στην κόλαση από περιέργεια και μόνο. Απόδειξη, η μικροκλοπή στο μπακάλικο της γειτονιάς. Η Victoria ήταν ολομόναχη και έψαχνε απεγνωσμένα κάπου να ανήκει. Μια παρέα, μία σχέση, μία ομάδα οπουδήποτε, αρκεί να ανήκει. Δύσκολη η μοναξιά. Τέλος, οι περισσότεροι νέοι που μεταναστεύουν έχουν ένα κοινό χαρακτηριστικό. Μπορούν να κοινωνικοποιηθούν εύκολα ακόμα και στις πιο αντίξοες συνθήκες. Το αρνητικό βέβαια της όλης υπόθεσης είναι ότι για να καταφέρουν να κοινωνικοποιηθούν πρέπει να ανοιχτούν και να απενεργοποιήσουν τους αμυντικούς μηχανισμούς τους. Αυτό μερικές φορές οδηγεί σε παράλογες και παρορμητικές πράξεις όπως αυτές της Victoria στην ταινία, και αν προσθέσεις στην εξίσωση το αλκοόλ, τα ναρκωτικά και το γεγονός ότι ήδη είχε πάει στο γκαράζ και στην ουσία ήταν ήδη ένα μέλος της συμμορίας και δεν μπορούσε να κάνει πισω, τοτε εύκολα καταλήγεις στο συμπέρασμα ότι…(περιμένω τις απαντήσεις σας στα σχόλια. Τι θα κάνατε στη θέση της Victoria;)

ΕΡΜΗΝΕΙΕΣ-ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ

Για τις ερμηνείες δεν νομίζω ότι μπορώ να πω πολλά. Ο λόγος είναι η απόλυτη κυριαρχία της Laia Costa στο ρόλο της Victoria. Σοκαριστική, ρεαλιστική και γεμάτη συναισθήματα έτοιμα να ξεχειλίσουν σαν ενεργό ηφαίστειο. Ολόκληρη η ταινία στηρίζεται πάνω της και πιο συγκεκριμένα στο πρόσωπό της, χωρίς να μας απογοητεύει ούτε λεπτό. Πραγματικός ερμηνευτικός άθλος. Μία από τις πιο ενδιαφέρουσες φυσιογνωμίες στον Ευρωπαικό κινηματογράφο και η πιο πολλά υποσχόμενη νέα ηθοποιός της Ευρώπης. Γενικά πολύ ρεαλιστικές ερμηνείες και από τους υπόλοιπους ηθοποιούς μερικοί εκ των οποίων είναι αρκετά γνωστοί στο Ευρωπαϊκό κοινό, όπως ο Frederick Lau στον ρόλο του Sonne και ο André Hennicke στον ρόλο του γκάνγκστερ Andi .

Για την σκηνοθεσία, το μοντάζ και την κινηματογράφηση τα είπαν άλλοι καλύτερα από εμένα. Είναι οι σημαντικότεροι λόγοι για τους οποίους αυτός ο σύγχρονος κινηματογραφικός άθλος θα μείνει στην κινηματογραφική ιστορία. Το επιτελείο του Sebastian Schipper χωρίς κινηματογραφικά τρικ, χωρίς σκοτεινά σημεία που κρύβουν το μοντάζ, χωρίς περίεργες γωνίες λήψης, χωρίς διακοπές, αλλά με την κάμερα συνεχώς στο χέρι και είτε με κοντινά πλάνα στο πρόσωπο της πρωταγωνίστριας, είτε με πλάνα πρώτου προσώπου βάζοντας τον θεατή ανάμεσα στους πρωταγωνιστές, καταφέρνει να δημιουργήσει ένα αυθεντικό μονόπλανο των δυόμισι ωρών περίπου και να μεταφέρει τον ρεαλισμό των εικόνων που συνέθεσε στα μάτια και στην ψυχή των θεατών. Μας κάνει δηλαδή να νιώσουμε ότι είμαστε κι εμείς συνεργοί στο Μεγάλο Κινηματογραφικό Κολπο με τον τίτλο Victoria.

Απολαύστε ένα κομμάτι από το καταπληκτικό soundtrack της ταινίας το οποίο έγραψε ο Γερμανός Nils Frahm.

Εσείς τι θα κάνατε στη θέση της Victoria;

Βρείτε την ταινία στο IMDB

11 comment(s)