Ανακαλύπτοντας τον θάνατο 

Το “Stand By Me” και η δύναμη της απλότητας

Ανακαλύπτοντας τον θάνατο

Η ομορφιά βρίσκεται στην απλότητα. Αυτή πρέπει να είναι μια από αυτές τις κοινώς αποδεκτές “σοφές” ρήσεις που ακούμε συχνά και θεωρούμε τόσο δεδομένη, που σπανίως τη φιλτράρουμε κριτικά στο μυαλό μας. Η αλήθεια είναι πως στις πλείστες των περιπτώσεων φαίνεται να ισχύει. Είναι όμως μια απόλυτη αλήθεια; Όπως και οι περισσότερες παρόμοιές της, όχι. Για παράδειγμα, πολλές φορές θαυμάζουμε, και σας προκαλώ να με βγάλετε ψεύτη, μια κινηματογραφική δημιουργία για την τεχνική και θεματική πολυπλοκότητά της. Ο κινηματογράφος βλέπετε, δεν έχει την οικονομία των μέσων έκφρασης της λογοτεχνίας, της ποίησης ή της ζωγραφικής. Οι πρώτες δύο αποτελούνται αποκλειστικά από λέξεις και η τρίτη από χρώματα. Η 7η τέχνη από την άλλη καλείται να συνδυάσει λέξεις, εικόνες, ήχους και όπως έλεγε και ο Tarkovski να “σμιλεύσει τον χρόνο” για να εκφραστεί. Δεν λέω πως ένα λογοτεχνικό έργο ή ένας πίνακας ζωγραφικής δεν μπορεί να είναι πολύπλοκο φυσικά, απλά ο κινηματογράφος ως μια συνδυαστική τέχνη εμπεριέχει μια έμφυτη πολυπλοκότητα στη δημιουργία και την έκφρασή του. Βλέπεις ταινίες όπως το “Αποκάλυψη Τώρα!” και το “Vertigo”για παράδειγμα ή οποιαδήποτε ταινία του Kubrickή ή, καλή ώρα, του Tarkovski και δεν ξέρεις που να πρωτοσταθείς. Στο “κουρδισμένο” μοντάζ, στη σύνθεση των πλάνων, στη μουσική, στην εξονυχιστική λεπτομέρεια που κρύβει κάθε πτυχή της παραγωγής, στο βάθος και το εύρος των ιδεών που πραγματεύονται, στην πληθώρα των συμβολισμών που τους χαρίζουν τέσσερα και πέντε επίπεδα ανάγνωσης;

Είναι τόσα πολλά που τις περισσότερες φορές νιώθεις πως δεν μπορείς καν να τα επεξεργαστείς στην ολότητά τους. Σαν να μην τα χωράει ο νους σου. Σε “μπουκώνουν” σε κάθε εξονυχιστική ανάλυση. Αυτές οι “επικές” ταινίες έχουν πάνω απ’ όλα, δύο κοινά γνωρίσματα. Πρώτον, την “ανώτερη” φύση του θέματος που πραγματεύονται και δεύτερον, τη μεγάλη τους φιλοδοξία στον τρόπο που το προσεγγίζουν, μετατρέποντας την ιστορία τους σε κάτι ανώτερο από μια αφήγηση ενδιαφέροντων γεγονότων. Και γίνονται δικαίως αντικείμενο θαυμασμού γιατί στέκονται στο ύψος των φιλοδοξιών τους. Δεν αναφέρομαι φυσικά σε μεγάλα budget ή τεράστια κλίμακα παραγωγής. Δεν μετράω την “φιλοδοξία” με χρήματα. Τις θαυμάζουμε για το βάθος και την πολυπλοκότητά τους σε νοηματικό και τεχνικό επίπεδο, όχι σε επενδυτικό όγκο. Οπότε, όπως αποδεικνύεται με σχετική ευκολία στα παραπάνω παραδείγματα, η αρχική ρήση δεν έχει απόλυτη ισχύ. Η απλότητα λοιπόν δεν είναι κάποιος αυτοσκοπός στη δημιουργία όσο και στην κριτική ανάλυση μιας ταινίας. Αντιθέτως, θα πρέπει απλά να υπηρετεί τους συναισθηματικούς και αφηγηματικούς στόχους του σκηνοθέτη.

Ένας δημιουργός που αντιλαμβάνεται απόλυτα αυτό το σκεπτικό και μπορεί να μας χρησιμεύσει ως ζωντανό παράδειγμα, είναι ο David Lynch. Δεν έχετε παρά να κοιτάξετε πως προσέγγισε και σκηνοθέτησε το “Mullholand Drive” και πως το “The Straight Story” και θα καταλάβετε εύκολα τι ακριβώς εννοώ. Η απλότητα λοιπόν όπως και η πολυπλοκότητα, σε ένα έργο τέχνης, είναι αρετές το ίδιο αξιοθαύμαστες, όταν αναβλύζουν φυσικά και όχι βεβιασμένα από αυτό. Διότι η βεβιασμένη απλότητα, μετατρέπεται σε ρηχή “απλοϊκότητα”, ενώ η βεβιασμένη πολυπλοκότητα σε αυτό που τόσο πολύ μας αρέσει να αποκαλούμε αφοριστικά “δήθεν”. Ο λόγος που σπαταλάω τον χρόνο σας με αυτόν τον “ατελείωτο” θεωρητικό πρόλογο είναι επειδή στο σημερινό κείμενο, σκοπεύω να ασχοληθώ με μια αυθεντικά απλή ταινία. Ένα έργο που σαν κι’ αυτό, πρέπει κάποτε να ενέπνευσε την γενική παραδοχή της παραπάνω φράσης. Τι σημαίνει αυτό όμως; Τι σημαίνει “απλό”; Σύμφωνα με την δική μου οπτική,  μια ταινία μπορεί να είναι απλή με την γνήσια σημασία του όρου όχι επειδή απαραίτητα δεν είναι “πολύπλοκα” δημιουργημένη, αλλά επειδή το αποτέλεσμα μπορεί και “κρύβει” αυτήν την “πολυπλοκότητα”-από τον θεατή- κατ’ επιλογή. Οπότε, πρέπει να απομονώσουμε στο μυαλό μας την διαδικασία δημιουργίας από το ίδιο το έργο. Εμάς μας ενδιαφέρει η απλότητα σε αυτό που δέχεται ο θεατής. Μας ενδιαφέρει δηλαδή να  αφηγείται λιτά και “μετρημένα” μια ιστορία “διάφανη” σαν τον κρύσταλλο, χωρίς μανιέρες ή κάποια –επιτηδευμένη ή μη- επίδειξη τεχνικής βιρτουοζιτέ  αλλά και χωρίς μεγάλη χρήση συμβολισμών. Να μένει στην κυριολεξία των γεγονότων και να τα αφήνει να “μιλήσουν” από μόνα τους με αμεσότητα. Δηλαδή, αυτό που λέμε “πρώτο επίπεδο” ανάγνωσής, να είναι και το πιο πλούσιο συναισθηματικά αλλά και νοηματικά. Οι κλασικές ταινίες του ιταλικού νεορεαλισμού αλλά και το σύγχρονο κοινωνικό σινεμά της Μέσης Ανατολής, είναι υποδείγματα του ορισμού μου. Αλλά δεν χρειάζεται να μακρηγορώ παραπάνω. Η ταινία που με ενδιαφέρει σήμερα, όπως θα καταλάβατε ήδη από τον τίτλο, είναι το “Stand By Me” του Rob Reiner.

Ο Νεοϋορκέζος σκηνοθέτης μπορεί ποτέ να μην έγινε τεράστιο όνομα στο star system του Hollywood, ωστόσο έχει στο παλμαρέ του μια ευρεία γκάμα εξαιρετικών ταινιών καλύπτοντας με επιτυχία πολλά και διάφορα είδη, τουλάχιστον μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του 90, γιατί μετά τον πήρε η κάτω βόλτα. Από το φοβερό ντεμπούτο του με το ξεκαρδιστικό mockumentary της Rock κουλτούρας “This is Spinal Tap”, το εξαιρετικό στο είδος των ρομαντικών κομεντί “Όταν ο Χάρυ γνώρισε τη Σάλλυ”, το παραμυθένιο “The Princess Bride”, το cult και γεμάτο κλασικές πια ατάκες δικαστικό θρίλερ“A Few Good Men” (του πρωτοεμφανιζόμενου στον κινηματογράφο τότε Aaron Sorkin) μέχρι την άψογη μεταφορά του “Misery” στη μεγάλη οθόνη, ο Reiner έχει αποδειχτεί ικανός στο να συνδυάζει την εμπορική απήχηση με την ποιότητα, ανεξαρτήτως είδους. Είμαι μάλιστα της άποψης πως αν δεν υπήρχε το “Stand by Me”, το τελευταίο θα έθετε σίγουρα υποψηφιότητα για το βραβείο της “καλύτερης ταινίας βασισμένης σε έργο του Stephen King”. Για να μην παρεξηγηθώ και να μην αρχίσετε να γκρινιάζετε από κάτω, αυτήν την άτυπη πρωτιά μεταξύ εκατοντάδων ταινιών, δεν την έχω δώσει εγώ στο “Stand By Me” αλλά ο ίδιος ο King ο οποίος τη θεωρούσε την πιο πιστή μεταφορά έργου του στον κινηματογράφο. Για την ιστορία, πρόκειται για τη μεταφορά του “The Body”, μιας νουβέλας που κυκλοφόρησε το 1982 στο πλαίσιο της συλλογής “Different Seasons” που περιείχε συνολικά τέσσερις ιστορίες. Από τις υπόλοιπες τρεις της συλλογής, οι δυο έμελλε να μεταφερθούν αργότερα με παρόμοια επιτυχία στη μεγάλη οθόνη. Το όνομα αυτών; “Rita Hayworth and Shawsank Redemption” (από τον  Frank Darabont το 1994) και “Apt Pupil” (από τον Bryan Singer το 1998).

Ας επιστρέψουμε στο “Stand By Me” όμως. Η ιστορία εκτυλίσσεται στα τέλη της δεκαετίας του 50 και αφορά το μικρό ταξίδι τεσσάρων παιδιών στα περίχωρα του Castle Rock, μιας φανταστικής επαρχιακής πόλης της βορειοδυτικής Αμερικής, για την ανεύρεση ενός πτώματος. Το “μικρό” βέβαια, είναι σχετικό καθώς γι’ αυτά, ήταν ό,τι “μεγαλύτερο” είχαν κάνει ποτέ. Κρυφακούγοντας τυχαία την πληροφορία για την τοποθεσία του άψυχου σώματος ενός εξαφανισμένου παιδιού, οι τέσσερις φίλοι αποφασίζουν να οργανώσουν στα γρήγορα ένα κρυφό ταξίδι για να το βρουν. Γιατί; Δεν υπάρχουν πολύπλοκοι λόγοι για να κάνεις κάτι όταν είσαι παιδί. Γιατί θα ήταν “γαμάτο”, μοιάζει λίγο ριψοκίνδυνο και οπωσδήποτε “απαγορευμένο”, ενώ, θα είχαν την ευκαιρία να είναι όλη μέρα και όλη νύχτα μαζί. Οραματίζονται να τα καταφέρνουν και να τους ανακηρύσσουν τοπικούς ήρωες, να κοσμούν εξώφυλλα σε εφημερίδες και να τους δίνεται επιτέλους λίγη από την προσοχή και την αναγνώριση που τόσο φαίνεται να τους λείπει από το οικογενειακό αλλά και κοινωνικό περιβάλλον. Και τα τέσσερα παιδιά προέρχονται από προβληματικές οικογένειες, η καθεμία με έναν διαφορετικό τρόπο αλλά με τα ίδια, δυσάρεστα γι’ αυτά, αποτελέσματα. Κοινός οικογενειακός παρονομαστής, η αδιαφορία. Ο “αρχηγός” της παρέας, Chris – παιγμένος με εκπληκτική ωριμότητα κι ένα αλάνθαστο ένστικτο από τον αδικοχαμένο River Phoenix -, γιος ενός αλκοολικού πατέρα, παλεύει να ξεφύγει από την κακή φήμη που συνοδεύει την οικογένειά του, στην κλειστή τοπική κοινωνία του Castle Rock. Ο Teddy, ο πιο “τρελός” και ανισόρροπος απ’ τους τέσσερις, παλινδρομεί συναισθηματικά ανάμεσα στο μίσος και το θαυμασμό για τον πατέρα του, έναν βετεράνο πολέμου που τώρα βρίσκεται στη φυλακή. Το δικό του εσωτερικό τραύμα βρίσκει και την εξωτερική του αναπαράσταση στο καμένο αυτί που του “χάρισε” o πατέρας του όταν για τιμωρία, του το κόλλησε στο μάτι της κουζίνας. Το μάτι του “γυαλίζει” και δεν φαίνεται να έχει καμία αίσθηση του κινδύνου.

Ο Vern από την άλλη, είναι ένα αγαθό, “τρομαγμένο”, στρουμπουλό παιδί με χαμηλή αυτοεκτίμηση/αυτοπεποίθηση που ταιριάζει απόλυτα στην στερεοτυπική εικόνα του “χοντρούλη” που γίνεται συχνά δέκτης πειραγμάτων, καλοπροαίρετων και μη. Είναι ο πιο “απλός” και μάλλον ο πιο “υπανάπτυκτος” από τους τέσσερις. Τέλος, ο Gordie, αδύνατος και αδύναμος αλλά προικισμένος με το ταλέντο να πλάθει ευφάνταστες ιστορίες, προσπαθεί να αποδεχτεί και να αντιμετωπίσει τον πρόσφατο θάνατο του μεγαλύτερου αδελφού του και την “σκιά” που πάντα έριχνε και συνεχίζει να ρίχνει στην οικογένεια. Ταλέντο στον αθλητισμό, δημοφιλής στην τοπική κοινωνία και “αγαπημένο” παιδί του μπαμπά, ο αδελφός του –τον οποίο ενσαρκώνει ένας νεαρός John Cusack- ρίχνει άθελά του ένα μεγάλο ψυχολογικό βάρος στους ώμους του Gordie που νιώθει ανεπαρκής για να καλύψει το κενό, στα μάτια των γύρω του. Κατά τη διάρκεια του ταξιδιού, ο κάθε ένας θα ξεδιπλώσει σιγά σιγά την βασανισμένη του ψυχή, θα “ανοιχτεί” για να δεχτεί παρηγοριά και αποδοχή.  Αυτό το ταξίδι προς το άψυχο σώμα, προς τον θάνατο, είναι ένα ταξίδι προς το τέλος της αθωότητας και την αρχή της ενηλικίωσης. Εξάλλου η αφετηρία της ενηλικίωσης έρχεται με την συνειδητοποίηση του θανάτου που έρχεται να διακόψει απότομα την περίοδο της ασυνείδητης παιδικής ανεμελιάς. Όταν τα παιδιά θα έρθουν τελικά αντιμέτωπα με το πτώμα, δεν θα είναι μια στιγμή θριάμβου και χαράς, όπως οραματιζόντουσαν, αλλά ένα σοκ μπροστά στο πεπερασμένο της ζωής και το μη αντιστρέψιμο τέλος. Τελικά όχι απλά δεν θα παινευτούν για την ανακάλυψή τους αλλά θα αρκεστούν απλά σε ένα ανώνυμο τηλεφώνημα στις αρχές και θα επιστρέψουν πίσω χωρίς καμία διάθεση για πλάκες και πειράγματα.

Αυτός ο συμβολισμός –του πτώματος- είναι και ο μοναδικός τόσο εμφανής κατά την άποψή μου, που χρησιμοποιεί η ταινία και τονίζεται ξεκάθαρα από την αντίθεση των ταξιδιών προς και από αυτό. Ωστόσο, η ενηλικίωση δεν αποτελεί το κεντρικό θέμα της ταινίας, παρά μόνο μια αναγκαία κατάληξη που όλοι αργά ή γρήγορα θα συναντήσουμε.  Όπως και ο ίδιος ο θάνατος που εξάλλου αποτελεί την κινητήρια δύναμη της ιστορίας. Η χαρακτηριστική εικόνα των σιδηροδρομικών γραμμών που καθορίζει το μονοπάτι των παιδιών πάντα με γοήτευε ως ένας δυνατός οπτικός συμβολισμός της αναπόφευκτης κατάληξης. Μήπως είμαστε όλοι πάνω σε ράγες τελικά; Όσο και να παρεκκλίνουμε της πορείας ή να καθυστερούμε, δεν μπορούμε να αλλάξουμε τον προορισμό. Το πραγματικό θέμα της ταινίας ωστόσο, είναι το ίδιο το ταξίδι, όχι η κατάληξη. Κλίσε, ξέρω. Αλλά αλήθεια. Πέρα από ένα road movie “ενηλικίωσης”, το “Stand By Me”  αποτελεί πάνω απ’ όλα μια υπέροχη, νοσταλγική ματιά στην παιδική ηλικία. Είναι πολύ σημαντικό να επισημάνουμε πως η ιστορία αποτελεί αφήγηση του μεσήλικα πλέον Gordie, η οποία “ενεργοποιείται” όταν διαβάζει για τον τραγικό θάνατο του Chris στην εφημερίδα. Είναι δηλαδή μια μελαγχολική ανάμνηση ενός ενήλικα που κοιτάει πίσω στις εποχές όπου όλα ήταν πιο αθώα, για να υμνήσει εν τέλει την μαγεία της παιδικής φιλίας.

Ο Reiner, σε συνεργασία με τον διευθυντή φωτογραφίας Thomas Del Ruth, έχει καταφέρει να αντικατοπτρίσει την εσωτερική αθωότητα και αγνότητα της παιδικής ηλικίας μέσα από την φωτεινότητα και τα χρώματα των πλάνων. Το έντονο πράσινο της φύσης και το “πεντακάθαρο” γαλάζιο του ουρανού αποτελούν την χρωματική ταυτότητα της ταινίας που δεν χάνει ποτέ την έντασή και την διαύγειά της. Δεν υπάρχουν “σκιές” ή μουντάδα, παρά μόνο φως και χρώματα. Ακόμα και το σκοτάδι, η νύχτα, έχει αποδοθεί με μια παιδική “ζεστασιά”. Η σκηνή της διανυκτέρευσης στο δάσος με την μεγάλη φωτιά στο κέντρο και τις απίθανες συζητήσεις (“Alright, alright, Mickey's a mouse, Donald's a duck, Pluto's a dog. What's Goofy?”) υπό τους τρομακτικούς ήχους των λύκων, είναι μια εικόνα που τονίζει ακόμα περισσότερο την “προστασία” της φιλίας παρά δημιουργεί κάποιο άγχος ή αγωνία στον θεατή. Η σχέση που έχουν μεταξύ τους, σαν να μας λέει ο σκηνοθέτης, είναι η μεγαλύτερη “άμυνα” απέναντι στο “σκοτάδι” του έξω κόσμου. Είναι ο χώρος μέσα στον οποίο μπορούν να είναι ο εαυτός τους χωρίς ενοχές και φόβο. Είναι ο χώρος μέσα στον οποίο κάθε παιδί ανακαλύπτει τον εαυτό του. Υπάρχει μια υπέροχη σημείωση του αφηγητή στο ξεκίνημα του ταξιδιού: “ Everything was there and around us. We knew exactly who we were and exactly where we were going. It was grand.”. Ξέραμε ακριβώς ποιοι ήμασταν και που πηγαίναμε. Σκεφτείτε το λίγο. Αν αυτό δεν είναι ευτυχία, δεν ξέρω τι άλλο μπορεί να είναι. Η ταινία έχει ένα αόρατο μοντάζ που την κάνει να κυλάει σαν ένα δροσερό ρυάκι και μια σκηνοθεσία που εκ πρώτης όψεως φαίνεται αδιάφορη, διότι δεν τραβά την προσοχή πάνω της, αλλά εν τέλει, είναι πασιφανές πως μόνο έτσι θα μπορούσε να έχει “γυριστεί”.

Η ιστορία που αφηγείται “απαιτούσε” να έχει μια “προσγειωμένη” κίνηση και τοποθέτηση της κάμερας, στο ύψος των παιδιών. Όταν τοποθετείς την κάμερα πιο ψηλά ή πιο χαμηλά, παραμορφώνεις τις διαστάσεις. Εδώ έπρεπε να είναι “ανθρώπινες”. Να νιώθεις πως βρίσκεσαι δίπλα τους.  Έπρεπε να δίνει την αίσθηση μιας ανάμνησης. Ο Reiner το κατάλαβε αυτό και έθεσε τον εαυτό του στην υπηρεσία της ιστορίας. Ποτέ δεν θα πεις βλέποντας το “Stand By Me”: “πω κοίτα τι λήψη σκαρφίστηκε εδώ ο σκηνοθέτης”. Η μεγάλη επιτυχία του είναι ότι ξεχνάς ακόμα και πως υπάρχει. Γι΄ αυτό όμως, δεν υπάρχει κανένα “εμπόδιο” ανάμεσα στον θεατή και την ιστορία. Τίποτα να “πιάσεις” και κανένα τρικ να “εκτιμήσεις” για να φτάσεις στην ουσία. Η ουσία είναι αυτό που βιώνεις. Αυτή είναι η δύναμη και η πραγματική ομορφιά της απλότητας. Έχει μια απαράμιλλη αμεσότητα στην επικοινωνία με τον θεατή, μια “ευκολία” στην μετάδοση των συναισθημάτων. Καμία άλλη ταινία δεν έχει καταφέρει να αποδώσει με τέτοια ειλικρίνεια την αίσθηση της παιδικής ηλικίας, της παιδικής φιλίας αλλά και της ενηλικίωσης. Και εδώ είναι που το “Stand By Me” ξεχωρίζει ως ένα αριστούργημα της 7ης τέχνης. Είναι αυθεντικά αισιόδοξο χωρίς να γίνεται “γλυκανάλατο”. Γιατί καταφέρνει μια συναισθηματική ισορροπία.

Τα παιδιά έχουν προβλήματα, σοβαρά μάλιστα, αλλά η σχέση τους είναι που τα θωρακίζει. Αυτή η αληθινή, τραχιά σχέση, χωρίς προσποιητές τυπικότητες, που όσοι είχαν την τύχη να την βιώσουν, την αναγνωρίζουν με την πρώτη ματιά. Μέσα από τα χρώματα και το φως, υποβόσκει και μια λεπτή αλλά σημαντική μελαγχολία. Μια μελαγχολία που τονίζεται εμφανέστερα στην υπέροχη μουσική του Jack Nitzsche. Είναι η μελαγχολία του ενήλικα. Είναι η επίγνωση της ζωής μετά το “σπάσιμο της φούσκας”. Από τη μία είναι η γλύκα της ανέμελης, αγνής παιδικότητας και συντροφικότητας και από την άλλη το γεγονός πως έχει περάσει ανεπιστρεπτί. “I never had any friends later on like the ones I had when I was twelve. Jesus, does anyone?”. Με αυτήν την πρόταση κλείνει η ταινία.  Όσο περνάνε τα χρόνια και μεγαλώνω, αντιλαμβάνομαι πόσο αληθινή είναι. Και πόσο μαγικά και ανεπιτήδευτα  απλή, είναι η ταινία του Rob Reiner.

Βρείτε την ταινία στο IMDB

Το κείμενο αυτό είναι αφιερωμένο στους δικούς μου προστάτες της παιδικής ηλικίας: τον Σάββα, τον Ευτύχη, τον Σάκη, τον αδερφό μου και τον Χρήστο. Τον άνθρωπο που πέρασε από τη ζωή μας, με την ταχύτητα και την λάμψη της μεγαλοπρεπέστερης αστραπής. Θα σε κουβαλάμε πάντα μαζί μας φίλε μου.

13 comment(s)