Η αβάσταχτη ελαφρότητα του Jeffrey Lebowski 

“F*ck it, let’s go bowling”

Η αβάσταχτη ελαφρότητα του Jeffrey Lebowski

Δεν νομίζω να υπάρχει ταινία, στην ενήλικη ζωή μου, που να έχω δει περισσότερες φορές από το “The Big Lebowski”. Η δημιουργία των αδελφών Coen ασκεί πάνω μου μια -σχεδόν παράλογη- γοητεία που είναι λίγο δύσκολο να εξωτερικεύσω σε λέξεις. Την είδα πρώτη φορά όταν πήγαινα στο Γυμνάσιο και από τότε, τουλάχιστον μια φορά τον χρόνο την πεθυμώ σαν έναν παλιό καλό φίλο που έχω καιρό να ανταμώσω. Το “γιατί”, είναι μάλλον απίθανο να επισημανθεί απόλυτα. Μια εύκολη απάντηση θα ήταν οτι τη βρίσκω πολύ αστεία. Ή μάλλον όχι “αστεία”, “ξεκαρδιστική” είναι η πιο σωστή λέξη. Μια άλλη, ότι είναι αριστοτεχνικά φτιαγμένη ως ταινία. Γεγονότα που αδιαμφισβήτητα, αληθεύουν απόλυτα. Πάρτε για παράδειγμα την σκηνή όπου ο Walter και ο Donny συστήνονται για πρώτη φορά στο κοινό. Τι να πρωτοπείς; Ολα κυλούν με ακρίβεια ελβετικού ρολογιού. Οι ερμηνείες –προσέξτε πόση κίνηση υπάρχει από τους χαρακτήρες, και πόση οργανικότητα χαρίζει στο αποτέλεσμα-, η ομαλή ροή των διαλόγων, το εκπληκτικό timing κάθε ατάκας που ξεστομίζεται, το “αόρατο” μοντάζ, η επιλογή των λήψεων, το γράψιμο. Η σκηνή είναι “ζωντανή”, έχει “σφυγμό”, δεν φαίνεται “στημένη”. Ειλικρινά, δεν μπορώ να βρω ούτε ένα ψεγάδι.

Τη βρίσκω λοιπόν, φοβερά καλοφτιαγμένη και διασκεδαστική, ωστόσο, πολλές ακόμα ταινίες εμπίπτουν σε αυτήν την προσωπική κατηγορία και πιστέψτε με, δεν τις έχω δει “δεκαπέντε” φορές, ούτε ένιωσα ποτέ την ανάγκη. Είναι κάτι παραπάνω, λοιπόν. Τι όμως; Το πρώτο που μου κατεβαίνει στο μυαλό είναι πως ακόμα και τώρα, μετά από τόσες προβολές, νιώθω πως  δεν την έχω “εξαντλήσει”, πως έχει ακόμα να μου “δώσει”. Αυτό είναι, χωρίς αμφιβολία, “κάτι”. Εξάλλου, αν θέλουμε να μιλήσουμε λίγο και με “βαρύγδουπους” όρους, αυτό είναι ένα από τα κύρια χαρακτηριστικά ενός σπουδαίου έργου τέχνης. Είναι ανεξάντλητο. Ακόμα και ο ικανότερος λογοτέχνης να γράψει τόμους επί τόμων γι’ αυτό,  πάντα θα υπάρχει κάτι “φευγαλέο”, άπιαστο, άρρητο που θα του ξεφεύγει. Γι’ αυτό και η τέχνη είναι η τελειότερη μορφή έκφρασης. Αποτελείται μεν από λέξεις, εικόνες, χρώματα αλλά είναι κάτι πολύ παραπάνω από αυτά. Είναι ένα νοητικό και συγκινησιακό “πακέτο” που δημιουργείται απροσδιόριστα από την ένωση των μερών του και “αναπνέει” κάπου ανάμεσα στα δύο, ποτέ μόνο στο ένα ή μόνο στο άλλο. Ωστόσο, για να επιστρέψω, αυτό το “κάτι” μπορεί να έχει μεγάλη σημασία για εμένα που το αντιλαμβάνομαι μέσα μου, αλλά για εσάς που διαβάζετε τώρα, δεν παρουσιάζει το παραμικρό ενδιαφέρον. Για εσάς, είναι κάτι το τελείως αυθαίρετο.  Η ενδιαφέρουσα ερώτηση λοιπόν, για μένα και (ελπίζω και) για εσάς είναι: Τι “βλέπω” στο “The Big Lebowski” που με κάνει να το παρακολουθώ ξανά και ξανά;

Ας ξεκινήσω από το προφανές. Πρώτα και πάνω απ’ όλα είναι ο ίδιος ο κεντρικός χαρακτήρας. Παιγμένος με μια εκπληκτική φυσικότητα από τον Jeff Bridges, ο Jeffrey Lebowski ή πιο σωστά “The Dude” είναι ο τύπος που η γιαγιά μου θα χαρακτήριζε με μεγάλη άνεση “ρεμάλι” ή “άχρηστος” ή “αλήτης” ή... τέλος πάντων, το πίασατε το νόημα. Ένα “παιδί των λουλουδιών” που δεν “μεγάλωσε” ποτέ, δεν συμβιβάστηκε και δεν προσαρμόστηκε στην σύγχρονη πραγματικότητα. Άφησε απ’ έξω το ακτιβιστικό πρόσημο της εποχής και κράτησε απλά την ανέμελη και χαλαρή φιλοσοφία ζωής.  Είναι τεμπέλης, άνεργος και άεργος, απεριποίητος εξωτερικά και το κυριότερο νομίζω, στερείται οποιασδήποτε φιλοδοξίας. Η καθημερινότητά του συνοψίζεται σε ένα συνεχές “κοπροσκύλιασμα” που περιλαμβάνει bowling, το περιστασιακό τσιγαριλίκι με την συνοδεία των αγαπημένων του “Credence” και φυσικά μπόλικο “White Russian” ή τελος πάντων, όσο απ’ αυτό μπορεί να βρει τζάμπα. Ο “Dude” σίγουρα δεν είναι ο συνηθισμένος Αμερικανός ήρωας. Θα έλεγα μάλιστα πως η φιγούρα του μοιάζει “κλεισμένη” σε έναν δικό της μικρόκοσμο, που αγνοεί όλες τις προβαλλόμενες αξίες της σύγχρονης καπιταλιστικής κοινωνίας: το κυνήγι του υλικού πλούτου, τον υπερκαταναλωτισμό, την κοινωνική ανέλιξη, την επαγγελματική ταυτότητα αλλά ακόμα και τις πιο παραδοσιακές αξίες όπως η συλλογικότητα, ο γάμος και η οικογένεια.

Είναι ένας απόβλητος της κοινωνίας, ένας αυτοεξόριστος μέσα στην ίδια του την πόλη. Ένας άνθρωπος που ζει για τον εαυτό του, ελεύθερος από δεσμεύσεις και ελπίδες για μελλοντικά μεγαλεία παραμένοντας ταυτόχρονα λιγάκι αφελής και ευκολόπιστος, σαν μικρό παιδί. Μέσα στην ταινία δεν παίρνει σχεδόν ποτέ δική του πρωτοβουλία αλλά διαρκώς παρασύρεται από τους χαρακτήρες γύρω του, που συνεχώς θέλουν κάτι απ’ αυτόν. Με λίγα λόγια, ο “Dude” ζει αποκλειστικά στο παρόν. Είναι λοιπόν εκτός χρόνου, αλλά, όχι και εκτός τόπου. Οι Coen έχουν αναφέρει πως η ταινία πέραν όλων των άλλων, είναι και μια ταινία για το Los Angeles. Το L.A. –σημειολογικά τουλάχιστον, σε όλους εμάς τους “απ’ έξω”-, είναι η πόλη του “θεάματος”, της μεγαλομανίας, της υπερβολής, ένα πραγματικό χωνευτήρι εκκεντρικοτήτων καθώς και η πόλη των ονείρων και της υπέρμετρης φιλοδοξίας. Ενα πλαίσιο δηλαδή που από τη μία βρίσκεται εκ διαμέτρου αντίθετα από την προσωπικότητα του πρωταγωνιστή και από την άλλη, φαντάζει ως ένα απόλυτα φυσικό ενδιαίτημα και γι’ αυτόν αλλά και για όλους τους υπόλοιπους αλλόκοτους χαρακτήρες της ταινίας. Μια παραδοξότητα που δημιουργεί εύφορο έδαφος για ενδιαφέρουσες συγκρούσεις.

Αυτόν λοιπόν τον απίθανο τύπο, οι Coen είχαν την δαιμόνια ιδέα να τον τοποθετήσουν σε μια αστυνομική ιστορία με “noir” αποχρώσεις –εξ’ ού και ο τίτλος που παραπέμπει στο “The Big Sleep”-. Ένα μπέρδεμα, μια γυναίκα, μια απαγωγή, ίντριγκα, οπορτουνισμός, απληστία και στη μέση πάντα το χρήμα. Πήραν ένα συμβατικό αμερικάνικο είδος δηλαδή και του άλλαξαν κυριολεκτικά τα φώτα. Εδώ, ο πρωταγωνιστής δεν κυνηγά κανένα “American Dream”, δεν έχει φιλοδοξίες ούτε προσπαθεί να “ξεφύγει” από τη ζωή του. Αντιθέτως, είναι ο απόλυτος “Anti – American Dream” ήρωας. Το μόνο που ήθελε ήταν ένα χαλί, γιατί “έδενε όλο το δωμάτιο”. Η σχεδόν παράλογη αυτή αφορμή για δράση εξελίσσεται σε μια μπερδεμένη πλοκή που δεν καταλήγει πουθενά ή τουλάχιστον, η κατάληξη είναι δοσμένη με τέτοιον τρόπο ώστε να μην της δίνεται ιδιαίτερη σημασία. Και η ζωή απλά συνεχίζεται για τον “Μάγκα” σαν να μην έχει συμβεί τίποτα. Πολλοί είναι αυτοί που βρίσκουν τη ταινία ανούσια, μια υπερφίαλη επίδειξη εκκεντρικών χαρακτήρων που καταλήγει σε “αέρα κοπανιστό”. Και δεν έχουν ακριβώς άδικο. Απλά, κατά την γνώμη μου, δεν αντιλαμβάνονται πως ο αυτός ο “κοπανιστός αέρας” είναι η ουσία. Η ουσία δηλαδή είναι η απουσία νοήματος σε όλο αυτό το “ταξίδι”. Η οπτική των Coen απέναντι στον χαρακτήρα και την θεματική τους, αποτυπώνεται πιο καθαρά στον αφηγητή της ιστορίας.

¨Εχει ενδιαφέρον να δούμε τους χαρακτηρισμούς που χρησιμοποιεί στην εισαγωγή αλλά και στον επίλογο. Στην εισαγωγή αναφέρει: “...But then there was a lot about the Dude that didn't make a whole lot of sense. And a lot about where he lived, likewise. But then again, maybe that's why I found the place so darned interestin'....” Και συνεχίζει παρακάτω:  “ ...I only mention it because sometimes there's a man... I won't say a hero, 'cause, what's a hero? But sometimes, there's a man. And I'm talkin' about the Dude here. Sometimes, there's a man, well, he's the man for his time and place. He fits right in there....”. Οι Coen από την αρχή μας πληροφορούν πως η ταινία είναι τόσο για τον χαρακτήρα όσο και για το L.A. και ότι δεν νοείται ο πρώτος χωρίς το δεύτερο, ενώ, μας εισάγουν την έννοια του παράλογου που βρίσκεται στο επίκεντρο της ταινίας. Στον επίλογο, τα πράγματα γίνονται λίγο πιο ξεκάθαρα για τον χαρακτήρα: “I don't know about you but I take comfort in that. It's good knowin' he's out there. The Dude. Takin' 'er easy for all us sinners.”

Αν παρατηρήσει κανείς την καριέρα των Coen θα διαπιστώσει πως οι χαρακτήρες τους πολύ συχνά αναζητούν κάτι μεγαλεπίβολο. Στο –πολύ υποτιμημένο- “A Serious Man” ο Larry προσπαθεί να βρει ένα νόημα στη ζωή του, ο Llewyn Davis την καλλιτεχνική έπιτυχία, ο Billy Bob Thornton στο “Ο άνθρωπος που δεν ήταν εκεί” το χρήμα, ο συγγραφέας στο Barton Fink την αληθινή τέχνη. Ολοι τους όμως καταλήγουν σε αποτυχία και προσγειώνονται απότομα σε μια σκληρή πραγματικότητα. Σε μια κενή ματαιότητα των πράξεών τους. Στο “The Big Lebowski” αυτή η ματαιότητα είναι παρούσα. Δεν υπάρχει κανένα νόημα, κανένα μεγάλο δίδαγμα, κανένα απόσταγμα για το τέλος. Μόνο που εδώ, ο “Dude” την έχει ασπαστεί απόλυτα και όχι μόνο δεν τον “συνθλίβει” αλλά τον ενισχύει, “θρέφει” την ανεμελιά του. Αν το καλοσκεφτείτε, είναι σαν μια θεότρελη παραλλαγή του “Ξένου” του Camus και της φιλοσοφίας του παραλόγου. Για τους Coen, που αυτή η καταραμμένη ματαιότητα φαίνεται να τους κυνηγά και να τους τρώει τα σωθικά από την αρχή της καριέρας τους, ο “Dude” είναι ο σωσίας τους.

Είναι ο άνθρωπος που αναμετρήθηκε με την ματαιότητα και την αποδέχτηκε, την μετέτρεψε σε οδηγό ζωής, έστω και ασυνείδητα. Όπως λέει στο τέλος: “The Dude Abides”. Μου είναι πολύ δυσκόλο να εξηγήσω γιατί αυτή η φράση είναι το τέλειο κλείσιμο στην ταινία αλλά για κάποιον λόγο, το καταλαβαίνω. Ο “Μάγκας” υπομένει...  Είναι η αισιόδοξη ενσάρκωση της ίδιας φιλοσοφικής διαπίστωσης που κάνουν  οι Coen ξανά και ξάνά. Είναι ο Σίσυφος που ανεβάζει παράλογα μια πέτρα για να ξαναπέσει και να το ξανακάνει εις τους αιώνες των αιώνων. Το τέλος βρίσκει τον “Μάγκα” ξανά στις πίστες του bowling, ίδιο και απαράλλαχτο. Το ταξίδι που έκανε δεν τον οδήγησε πουθενά, εξάλλου, δεν είχε “νόημα” εξ’ αρχής, απλά εμείς δεν το ξέραμε. Το “The Big Lebowski” είναι μια καλοστημένη φάρσα των Coen πρώτα προς τους εαυτούς τους και έπειτα προς όλους εμάς. Ο Camus έλεγε: “Πρέπει να φανταστούμε τον Σίσυφο ευτυχισμένο”. Νομίζω τα δυο αδέλφια από τη Minesota τον φαντάστηκαν με έναν τελείως δικό τους τρόπο, στο σύγχρονο “θέατρο του παραλόγου” που λέγεται Los Angeles.

Υ.Γ. Κείμενο για το “The Big Lebowski” χωρίς αναφορά “στην σκηνή”, δεν νοείται. Απολαύστε...

Υ.Γ.2 Παρεμπιπτόντως, ο Ethan Coen αποφοίτησε από το Princeton με πτυχίο φιλοσοφίας. Δεν είναι τυχαίο πως οι περισσότερες ταινίες τους, μπορούν να “αναγνωσθούν” και ως φιλοσοφικές αλληγορίες. Στο The Big Lebowski κάθε χαρακτήρας πρεσβεύει και μια κοσμοθεωρία ή ιδεολογία. Η Maude τον φεμινισμό, ο αστυνομικός που τον συλλαμβάνει τον φασισμό, ο “άλλος” Lebowski τον καπιταλισμό, οι μηδενιστές τον... μηδενισμό και πάει λέγοντας.  

Βρείτε την ταινία στο IMDB

Γιώργος Πρίτσκας

11 comment(s)