Middle-earth: Shadow of Mordor - Review

Όχι, δεν τρίζουν τα κόκκαλα του Tolkien

Το δημιούργημα του J.R.R Tolkien έχει αναμφισβήτητα αφήσει το στίγμα του στην ιστορία της φανταστικής λογοτεχνίας, στον κινηματογράφο και, φυσικά, στις καρδιές μας. Η μόνη λέξη που μπορεί να χαρακτηρίσει το φαινόμενο που ακούει στο όνομα «The Lord of The Rings», είναι «μεγαλειώδες». Είναι ένα ταξίδι μαγικό, παραμυθένιο κι' όπως ένα παραμύθι περνά υποσυνείδητα αξίες στο παιδί που το ακούει, σε εμάς περνά αξίες ξεχασμένες, μέσα από έναν τόπο βίαιο, με χαρακτήρες που μάχονται να επιβιώσουν, να εξαγνίσουν αμαρτίες του παρελθόντος και να ελευθερωθούν απ’ τα προσωπικά φαντάσματα που τους στοιχειώνουν. Πόση διαφορά έχει άραγε ο κόσμος της Mordor με το δικό μας; Παρόλο που έχουν κυκλοφορήσει αρκετά παιχνίδια με βάση το σύμπαν του LOTR, δεν κατάφερε ποτέ κανένα να ξεπεράσει τη μετριότητα. Έχει καταφέρει η Monolith Productions να κάνει αυτό που οι άλλοι, αλλά και η ίδια στο παρελθόν με το Guardians of Middle-earth, δεν κατάφεραν; Ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή.

Η ιστορία του Middle-earth: Shadow of Mordor διαδραματίζεται ανάμεσα στα γεγονότα της τριλογίας The Hobbit και The Lord Of The Rings. Ο παίκτης παίρνει τον έλεγχο του Talion, ενός ranger captain της φρουράς της Black Gate, η οποία δέχεται επίθεση απ’ τα στρατεύματα του Sauron με επικεφαλείς τους τρεις υψηλόβαθμους στρατηγούς του, τον Hammer, τον Tower και τον Black Hand. Ο τελευταίος, στα πλαίσια μιας τελετουργικής ανθρωποθυσίας, δολοφονεί την οικογένεια, καθώς και τον ίδιο τον Talion. Προτού προλάβει να περάσει απέναντι, στοιχειώνεται απ’ το πνεύμα ενός αρχαίου Elf πολεμιστή, ονόματι "Wraith" αποτρέποντας έτσι το θάνατό του. Για να «σπάσει» η κατάρα που τους έδεσε στο ίδιο σώμα, αλλά και να πάρει ο Talion την εκδίκησή του, πρέπει να βρουν τον Black Hand. Το Wraith απ’ την άλλη, όχι μόνο δεν έχει καμία ανάμνηση απ’ το παρελθόν του, αλλά δε θυμάται ούτε το ίδιο του το όνομα, σε αντίθεση με το γνωστό απ’ τις ταινίες Gollum, που έρχεται στο δρόμο τους και δείχνει να το γνωρίζει αρκετά καλά. Το βοηθά να επανακτήσει σιγά-σιγά τη μνήμη του μέσω κάποιων artifacts,  για τους δικούς του, βέβαια, σκοπούς.

Οφείλω να ομολογήσω πως η ιστορία του Shadow of Mordor μου άρεσε αρκετά, καθώς δίνει πληροφορίες για το lore που προσωπικά δε γνώριζα και έχει μερικές πολύ όμορφες ανατροπές. Η φιλία που χτίζεται μεταξύ του Talion και του Wraith είναι αναμενόμενη, καθώς στην πορεία του παιχνιδιού θα ανακαλύψουν πως έχουν περισσότερα κοινά στοιχεία απ’ όσο νομίζουν. Σε καμία περίπτωση, ωστόσο, δε μπορεί να συγκριθεί σε βάθος και σε ανάπτυξη χαρακτήρων με άλλα μεγάλα RPG’s, αλλά ως action-adventure RPG υπόσταση που έχει, ικανοποιεί.   

Το παιχνίδι λαμβάνει μέρος σε δυο τεράστιους χάρτες της Mordor. Ο πρώτος είναι της Udûn και ο δεύτερος της Sea of Núrnen. Ο κάθε χάρτης αποτελείται από μικρότερες επικράτειες όπου σε κάθε μία υπάρχει ένας Forge Tower, στον οποίο ανεβαίνοντας αποκαλύπτονται οι περιοχές και οι διαθέσιμες αποστολές. Είναι επίσης το μέρος που κάνει respawn ο Talion αν τυχών σκοτωθεί. Κάτι αντίστοιχο με τους πύργους στο Assassin’s Creed. Οι επιρροές, όμως, απ’ την σειρά της Ubisoft δε σταματούν εδώ. Το όλο stealth σύστημα, η ενέδρα που στήνουμε στους εχθρούς, η ανάβαση σε κτίρια και γενικά το στήσιμο των αποστολών έχει αίσθηση Assassin’s Creed. Ο Talion μπορεί να χρησιμοποιεί τις δυνάμεις του Wraith, όπως την πνευματική όραση, μέσω της οποίας μπορεί να εντοπίσει την ακριβή θέση των εχθρών, να δει τα ίχνη στο έδαφος, και να ανιχνεύσει κρυμμένα artifacts στο χάρτη. Κάτι αντίστοιχο, δηλαδή, με το Eagle vision.

Ο Talion έχει στην κατοχή του τρία όπλα. Το σπαθί που είναι για τις κοντινές μάχες, το τόξο που είναι για τις μακρινές και το στιλέτο που χρησιμεύει στις stealth εκτελέσεις. Τα όπλα αναβαθμίζονται μέσω runes που συλλέγουμε σκοτώνοντας Uruk Captains. Όσο πιο υψηλόβαθμο είναι το Uruk, τόσο καλύτερα runes θα μας δώσει. Για την ιεραρχία των Uruks ή αλλιώς Orks, όμως, θα μιλήσουμε παρακάτω. Ο χάρτης αρχίζει και γεμίζει σιγά-σιγά με υπο-αποστολές εκ των οποίων κάποιες έχουν να κάνουν με διάφορες δοκιμασίες με το σπαθί, με το τόξο ή με το στιλέτο, κάποιες άλλες να ελευθερώσουμε ανθρώπους που έχουν υποδουλώσει τα Uruk και κάποιες άλλες να βρούμε με τη βοήθεια του Wraith κρυμμένα artifacts.

Οι αποστολές αυτές μας δίνουν Mirian ή όπως αναγράφονται στο παιχνίδι “M”, το χρήμα δηλαδή συναλλαγής στη Mordor. Τα Mirian χρησιμεύουν στο να αγοράσουμε attributes αναβαθμίζοντας έτσι την υγεία του παίκτη, τον αριθμό των τόξων που μπορεί να μεταφέρει, το focus του, καθώς και τον αριθμό των runes που μπορούν να δεχτούν τα όπλα. Το σύστημα αναβάθμισης του παίκτη χωρίζεται σε δυο skill trees, αυτό του Talion και αυτό του Wraith. Κάθε αποστολή που εκτελούμε στο χάρτη και έχει να κάνει με εκτέλεση ενός Uruk captain, ή με δολιοφθορά στα σχέδια εξουσίας τους και προαγωγής τους, μας δίνει power points (P), τα οποία μόλις συμπληρώσουν τον απαιτούμενο αριθμό experience (XP), κερδίζουμε ένα ability point που μπορούμε να το διαθέσουμε για την αναβάθμιση των δυνάμεων του Talion ή του Wraith αντίστοιχα.

Όσον αφορά το σύστημα μάχης, για να είμαι ειλικρινής, είχα το φόβο ότι θα έβρισκα κάτι επαναλαμβανόμενο και βαρετό. Ευτυχώς διαψεύστηκα γιατί ο αριθμός των κινήσεων και ο συνδυασμός των δυνάμεων μεταξύ των δυο ηρώων, όπως επίσης και οι τελειωτικές κινήσεις, είναι τόσο πολλές και εντυπωσιακές, δίνουν τόσο μεγάλη ελευθερία στον παίκτη, που όχι μόνο δεν κουράζουν, αλλά σε εθίζουν και μεγαλώνουν τη δίψα σου για την επόμενη μάχη. Μπορεί το σύστημα μάχης να είναι επηρεασμένο απ’ την σειρά Batman Arkham, όμως η Monolith καταφέρνει να δώσει τη δική της ταυτότητα και τολμώ να πω ότι το πάει ακόμα πιο ψηλά.

Αυτό που, όμως, πραγματικά κάνει το Shadow of Mordor να ξεχωρίζει, είναι το επαναστατικό και πρωτοποριακό για το είδος που ανήκει το παιχνίδι, Nemesis System. Στον πρώτο χάρτη που διαδραματίζεται η μισή ιστορία, στην Udûn δηλαδή, σκοπός μας είναι να σκοτώσουμε τους πέντε Uruk Warchiefs, οι οποίοι είναι και οι πιο υψηλόβαθμοι. Το level όλων φτάνει μέχρι 20. Εδώ να αναφέρω πως παραδόξως τα Uruk δε μοιάζουν εμφανισιακά μεταξύ τους όπως θα περίμενε κανείς. Το κάθε ένα έχει τη δική του εμφάνιση, το δικό του armor και τη δική του προσωπικότητα. Εξαιτίας της βίαιης φύσης και φιλοδοξίας που τους διακατέχει, προσπαθούν με κάθε τρόπο να ανέβουν στην ιεραρχία και να γίνουν Warchiefs ή σωματοφύλακες αυτών. Ο κάθε Warchief επιλέγει τους ακόλουθούς του, ανάλογα με τα επιτεύγματα που έχουν καταφέρει στην επικράτειά του. Όσο καλύτερους σωματοφύλακες επιλέγει ο Warchief, τόσο πιο δύσκολο είναι για εμάς να τον βγάλουμε απ’ τη μέση.

Δε θα σας συνιστούσα μία κατά μέτωπο επίθεση γιατί, όχι απλά θα αποβεί μοιραία, αλλά με το θάνατό σας,  ο Warchief και όλοι οι σωματοφύλακές του, θα ανεβάσουν level, κάνοντας έτσι το έργο σας ακόμα πιο δύσκολο. Αυτό που μπορούμε να κάνουμε είναι να κινηθούμε στρατηγικά. Ανακρίνουμε αρχικά οποιοδήποτε Uruk βρούμε στο δρόμο μας προκειμένου να μας αποκαλύψει την ταυτότητα και τη θέση του captain που επιθυμούμε.  Ύστερα συλλέγουμε πληροφορίες (intels) με τις αδυναμίες, τις αντοχές και τις φοβίες τους, που, είτε βρίσκουμε διάσπαρτες σε σημεία του χάρτη, είτε ανακρίνοντας άλλους captains, είτε ελευθερώνοντας σκλάβους. Μπορούμε επίσης να βοηθήσουμε έναν captain να ανέβει σκαλί- σκαλί στην ιεραρχία και να γίνει Warchief, χρησιμοποιώντας τον εναντίων άλλων Warchiefs. Υπάρχει αρκετά μεγάλη ποικιλία σχετικά με τις δυνάμεις και τις αδυναμίες τους. Για παράδειγμα άλλος έχει αντοχή στις stealth επιθέσεις, άλλος αντιστέκεται  στις επιθέσεις με το τόξο,  άλλος είναι ανθεκτικός στη φωτιά αλλά φοβάται τις Morgai flies ή τα Caragors κ.ο.κ.

Αφού μάθετε αυτά που πρέπει, μπορείτε να οργανώσετε καλύτερα τις επιθέσεις σας και να κάνετε τη ζωή σας αρκετά πιο εύκολη. Μπορείτε, επίσης, να πάρετε μέρος σε μια πχ duel mission, να αποδυναμώσετε -αναλόγως τα συμφέροντά σας- κάποιον από τους δυο captains που αντιμάχονται, ώστε να ντροπιαστεί μπροστά στους στρατιώτες του και να μην ανεβάσει level. Ο περιβάλλοντας χώρος προσφέρεται στην οργάνωση του σχεδίου σας καθώς σφύζει από ζωή. Ζώα, έντομα, φωτιές και γενικά ότι μπορείτε να χρησιμοποιήσετε εναντίων τους βρίσκεται γύρω σας, προκειμένου να βγάλετε εις πέρας την αποστολή σας. Η στρατηγική που θα ακολουθήσετε αφήνεται στην κρίση σας, στη επινοητικότητά σας και στη…ραδιουργία σας!

Επιπλέον, οι captains θα θυμούνται τις μεταξύ σας αναμετρήσεις. Έτσι, αν σε μια προηγούμενη μάχη τους κάψατε ή τους αφήσατε κάποια ουλή και επέζησαν, θα σας το κρατούν «μανιάτικο». Αν σας είχαν σκοτώσει, θα σας χλευάσουν. Αυτό πεισμώνει ακόμα περισσότερο τον παίκτη και μεγιστοποιεί την ικανοποίηση όταν καταφέρει και τον βγάλει μια για πάντα απ’ τη μέση. Εκπληρώνοντας, λοιπόν, το στόχο μας στον πρώτο χάρτη, περνάμε στο δεύτερο μεγάλο χάρτη (Sea of Núrnen) όπου διαδραματίζεται το άλλο μισό της ιστορίας του παιχνιδιού. Κατά την είσοδό μας θα μάθουμε μια νέα δύναμη ονόματι Brand. Με αυτή τη δύναμη θα μπορούμε πλέον να κυριεύσουμε οποιοδήποτε Uruk, είτε είναι χαμηλόβαθμο, είτε υψηλόβαθμο, δίνοντάς του εντολές να επιτεθεί σε όποιον captain ή Warchief  επιθυμούμε.

Πλέον έχουμε πέντε νέους Warchiefs στην ιεραρχία. Στόχος μας εδώ είναι να κυριεύσουμε  τους πέντε Warchiefs και να τους χρησιμοποιήσουμε εναντίων του Black Hand. Η επινοητικότητά μας θα πρέπει και πάλι φυσικά να μπει σε εφαρμογή γιατί το να κυριεύσουμε έναν Warchief  δεν είναι καθόλου εύκολη υπόθεση. Είναι, όμως, πολύ διασκεδαστικό να κυριεύσεις τους σωματοφύλακές του Warchief και όταν έρθει η ώρα, να δώσεις εντολή να στραφούν εναντίων του κι’ εσύ από μια μεριά να απολαμβάνεις το θέαμα!

Στο παιχνίδι, όμως, εντόπισα και κάποια αρνητικά σημεία. Η κάμερα του όταν υπάρχουν πολλοί εχθροί τριγύρω και επιτίθενται στον παίκτη, έρχεται αρκετά κοντά στον Talion, περιορίζοντας έτσι την ορατότητα. Αυτό είναι λίγο εκνευριστικό γιατί έρχονται χτυπήματα που δεν περιμένεις. Εκείνο, όμως, που κατ’ εμέ ήταν το πιο εκνευριστικό απ’ όλα, είναι η έλλειψη inventory. Η υγεία του Talion αναπληρώνεται, είτε βρίσκοντας φυτά διάσπαρτα στο χάρτη, είτε με διάφορες special κινήσεις. Αντί λοιπόν να υπάρχει inventory για να μπορούμε να αποθηκεύσουμε φυτά, πρέπει μέσα στο χάος της μάχης να την παρατήσουμε στη μέση και να ψάχνουμε το χάρτη να βρούμε κοντινά φυτά, με το άγχος μη μας έρθει κανένα τόξο απ’ το πουθενά στην προσπάθεια.  Επιπλέον, ενώ σε όλο το παιχνίδι γίνονται επικές και δύσκολες μάχες με τους Captains και τους Warchiefs, η τελική μάχη ήταν απλά ένα μεγάλο quick time event, κάτι που σε καμία περίπτωση δεν περίμενα.

Ο τεχνικός τομέας, σίγουρα δεν απογοητεύει, αλλά το γεγονός ότι μιλάμε για παιχνίδι που αναπτύχθηκε, τόσο για της τωρινής, όσο και για της προηγούμενης γενιάς πλατφόρμες, προφανώς έγιναν εκπτώσεις σε πολλά σημεία. Εντυπωσιακά βρήκα τα μοντέλα των χαρακτήρων, τα οποία είναι φοβερά λεπτομερή, τα animations είναι αληθοφανή, ωστόσο δε θα έλεγα το ίδιο για τις υφές αρκετών επιφανειών. Όσον αφορά το framerate το παιχνίδι, τουλάχιστον στην έκδοση για το PS4 την οποία δοκίμασα, τρέχει ομαλότατα. Για την ακρίβεια, η έκδοση του PS4 «τρέχει» σε 1080p ανάλυση, με ενεργοποιημένο το v-sync στα 30fps. Αναφορά θεωρώ πως πρέπει να γίνει και στα εκπληκτικά voice overs, καθώς και στη σε σημεία επική μουσική, την οποία επιμελήθηκαν οι Nathan Grigg και Garry Schyman. Ο τελευταίος ανάμεσα σε άλλα είναι υπεύθυνος και για τη μουσική των BioShock, καθώς και του Dante's Inferno.

Συνοψίζοντας : Εν κατακλείδι, τα λάθη αυτά, δεν είναι ικανά να χαλάσουν τη συνολική εμπειρία του παιχνιδιού. Αντιθέτως είναι ένα από τα πιο αξιόλογα παιχνίδια που βλέπουμε στο μαγικό σύμπαν του Tolkien. Τα περιβάλλοντα, η επική μουσική, οι φωνές των πρωταγωνιστών συμβάλουν στα μέγιστα, ώστε να μας ταξιδέψουν στον αφιλόξενο κόσμο της Mordor. Η μεγάλη επιτυχία όμως του παιχνιδιού κι’ αυτό που το κρατάει ζωντανό είναι το Nemesis System. Η Monolith Productions έκανε καταπληκτική δουλειά πάνω σε αυτό και τις αξίζουν τα εύσημα, γιατί είναι εξαιρετικά εθιστικό και διασκεδαστικό. Κάτι μου λέει πως το Shadow of Mordor θα γίνει σημείο αναφοράς γι’ αυτό του το σύστημα στο μέλλον. Να το θυμηθείτε.
Box Art
Tested on : PS4
Developer : Monolith Productions
Publisher : Warner Bros.
Available for : PS4, Xbox One, PS3, Xbox 360, PC
Release date : 2014-01-01

44 comment(s)