Devil May Cry HD Collection Review

Όταν τα Remaster αποτυγχάνουν να χαρακτηριστούν...

Το Devil May Cry, DMC εν συντομία, κυκλοφόρησε αρχικά τον Οκτώβριο του 2001 για την τότε οικιακή κονσόλα της Sony, PlayStation 2. Επί της ουσίας, έχουμε να κάνουμε με έναν Action Hack & Slash τίτλο σε μία εποχή όπου το συγκεκριμένο είδος δεν είχε εδραιώσει ακόμα τη θέση του για τα καλά στη βιομηχανία. Σε μία περίοδο όπου οι εχθροί βγαλμένοι από τους σκοτεινούς μας εφιάλτες στοίχειωναν κατά βάση τα Horror παιχνίδια, το συγκεκριμένο genre μας βάζει άμεσα αντιμέτωπους, μέσα από ένα εξαιρετικά γρήγορο στυλ μάχης για την εποχή, παρουσιάζοντάς μας, όχι μόνο ένα διαφορετικό είδος παιχνιδιού, αλλά και μία διαφορετική προσέγγιση σε ότι αφορά την αισθητική του. Για να μην παρεξηγηθώ, δε θεωρώ το DMC πρωτοπόρο στο είδος του Hack & Slash, καθώς δείγματα υπάρχουν πολύ πριν εμφανιστεί το Devil May Cry. Παρ όλα αυτά, πρέπει να αναγνωρίσουμε ότι ορισμένες ιδέες, όπως το γρήγορο στυλ μάχης και η έντονη μουσική επένδυση παρουσιάστηκαν με τέτοιο αριστουργηματικό τρόπο, ώστε να δίνουν την εντύπωση ότι αυτά τα δύο ή και περισσότερα στοιχεία, είναι αλληλένδετα μεταξύ τους.

Η συλλογή που έχουμε στα χέρια μας περιέχει τα τρία πρώτα κεφάλαια της σειράς, τα οποία έγιναν διαθέσιμα μόνο στο PlayStation 2 και παρουσιάστηκαν το 2012 στο Xbox 360 και στο PlayStation 3 ως HD Collection. Αρχικά να ενημερώσω ότι δεν έχω κανένα πρόβλημά με την ανανεωμένες εκδόσεις παιχνιδιών, πόσο μάλλον, όταν αυτές αφορούν τίτλους τους οποίους έχουν γίνει αποδεκτοί από ένα μεγάλο μέρος του κοινού, καταφέρνοντας να μπουν για κάποιους στο πάνθεον, ας μου επιτραπεί η έκφραση, της κατηγορίας. Πόσο όμως διαφορετική είναι αυτή η Remaster εκδοχή της…Remaster έκδοσης που κυκλοφόρησε το 2012;  

Τo πρώτο DMC, όπως προείπα, έγινε διαθέσιμο το 2001 καταφέρνοντας να γίνει αμέσως αγαπητό από το κοινό στο οποίο απευθύνονταν. Με Director τον Hideki Kamiya, ο πρώτος τίτλος της σειράς μας τοποθετεί μερικά χρόνια μετά το θάνατο του θρυλικού πολεμιστή Sparda, όπου ο γιος του και κεντρικός χαρακτήρας του παιχνιδιού, Dante, δέχεται την επίσκεψη της Trish, με σκοπό να προειδοποιήσει για την επιστροφή του δαιμονικού αυτοκράτορα Mundus. Τα γεγονότα λαμβάνουν μέρος στο Mallet Island όπου οι περιοχές που θα συναντήσουμε, εναλλάσσονται από μπουντρούμια, μεσαιωνικά κάστρα, φαράγγια, αρένες μάχης κλπ. Το ύφος του gameplay είναι γνωστό. Οι γρήγορες melee μάχες, με τη συνοδεία ροκ ακουσμάτων, ανεβάζουν την ένταση στο κατακόρυφο, κάνοντας το σύστημα άκρως εθιστικό. Οι μάχες μας αρχικά περιορίζονται κατά βάση από το ξίφος Alastor για κοντινές επιθέσεις και στα Ivory και Ebony, για επιθέσεις από απόσταση. Αυτό όμως αφορά μόνο τις πρώτες αποστολές, καθώς αργότερα θα γίνουν διαθέσιμα νέα αντικείμενα, τα οποία είναι σχεδιασμένα για να προσφέρουν ένα εντελώς διαφορετικό στυλ με την επιλογή τους. Χαρακτηριστικό παράδειγμα, τα γάντια Ifrit, των οποίων τα στατιστικά ανεβαίνουν σε ότι αφορά την ένταση της επίθεσης, αλλά είναι κατά πολύ πιο αργά σε ότι αφορά την ταχύτητα τους.  Με την εξόντωση τον εχθρών, ανταμειβόμαστε με red orbs, που στην ουσία, αποτελεί και το νόμισμα του τίτλου, δίνοντας μας τη δυνατότητα να αναβαθμίσουμε είτε τα στατιστικά των αντικειμένων που χρησιμοποιούμε είτε το στυλ μάχης, προσθέτοντας του νέες επιθέσεις.

Δύο χρόνια αργότερα, σχεδιασμένο πλέον όχι από τον Kamiya, αλλά από μία μικρή ομάδα εντός της CAPCOM, γίνεται διαθέσιμος ο δεύτερος τίτλος της σειράς και κατά πολλούς ο υποδεέστερος όλου το franchise. Αν και εμφανίστηκαν ιδέες οι οποίες έδωσαν αρχικά μία νέα πνοή στον τίτλο, όπως η επιλογή δύο χαρακτήρων, ο καθένας με τη δική του ξεχωριστή προοπτική της κεντρικής ιστορίας, αυτές εξαλείφτηκαν από τα πρώτα κιόλας λεπτά ενασχόλησης με το DMC 2. Η χλιαρή υπόθεση, ο κακός σχεδιασμός των επιπέδων, η “ζαλισμένη” κάμερα, η οποία την ώρα της μάχης είτε απομακρυνόταν από τον παίκτη είτε έστρεφε την προσοχή της σε άσχετα με το πεδίο της μάχης σημεία, καθώς και η υπερβολικά χαμηλή πρόκληση του τίτλου ήταν μερικοί μόνο από τους παράγοντες που έκανε το κοινό να στραφεί εναντίον του παιχνιδιού, παρόλο που υπήρχαν στοιχεία που πραγματικά εξελίχτηκαν σε σχέση με τον προκάτοχο του, όπως το σύστημα μάχης, ενώ ο ήχος παρέμενε στα ίδια, υψηλά επίπεδα.

Το 2005 κυκλοφόρησε ο τρίτος τίτλος με την ονομασία Devil May Cry: Dante’s Awakening. Αν και η ομάδα που κρύβεται πίσω από την ανάπτυξη του, εξακολουθεί να είναι αυτή του DMC 2, πολλά πράγματα έχουν αλλάξει προς το καλύτερο, δίνοντας στο κοινό, ίσως, τον πληρέστερο τίτλο στη σειρά. Τα γεγονότα λαμβάνουν μέρος, πριν από αυτά του πρώτου DMC και ουσιαστικά μιλάμε για ένα prequel του πρωτότυπου. Για πρώτη φορά, η σειρά θα εμβαθύνει κατά πολύ στο ιστορικό υπόβαθρό του ήρωα μας, παρουσιάζοντας μας τον αδερφό του Dante, Vergil, ο οποίος, απ ότι φαίνεται αρχικά, είναι υπεύθυνος για την εμφάνιση ενός μυστήριου πύργου γεμάτο δαίμονες και προκλήσεις για τον χαρακτήρα μας. Η ομάδα ανάπτυξης πήρε όλα τα επιμέρους στοιχεία που απαρτίζουν τον τίτλο, όπως, την απεικόνιση, την ανάπτυξη του χαρακτήρα, την ταχύτητα της μάχης και τα περιβάλλοντα, εξελίσσοντας τα και παρουσιάζοντας μας τον καλύτερο κατά πολλούς τίτλο στο franchise μέχρι και σήμερα, σε ότι αφορά τουλάχιστον το DMC από πλευράς CAPCOM.

Η συνταγή γνωστή και επιτυχημένη και για τους τρεις τίτλους της σειράς, τι συμβαίνει όμως με την απεικόνιση τους σήμερα και κατά πόσο αυτοί οι τίτλοι μπορούν να σταθούν και να χαρακτηριστούν ως Remaster; Σε ότι αφορά την απεικόνιση τους λοιπόν, τα δείγματα δεν είναι καθόλου ενθαρρυντικά.  Ούτε λίγο ούτε πολύ, ο μόνος όρος, που μπορεί να κερδίσει επάξια η συγκεκριμένη έκδοση είναι αυτός του Port. Τα κακά σε ανάλυση μενού επιλογής παιχνιδιού δηλώνουν βροντερά το παρόν τους και εδώ, τα χαμηλής ανάλυσης cutscenes, επίσης, το άσχημο σχεδιαστικά υπόβαθρο κάθε επιπέδου που διεξάγεται η κεντρική ιστορία δεν έχει υποστεί καμία επεξεργασία,  παραδίδοντας μας ένα γενικό σύνολο όπου στην αναλογία 4:3 που μας παρουσιάζονται, τα αποτελέσματα είναι τουλάχιστον απογοητευτικά. Οι μοναδικές διαφορές με την πρωτότυπη HD Remaster εκδοχή της σειράς του 2012 για το PlayStation 3 και Xbox 360, είναι η ανάλυση, όπου από τα 720p ανέβηκε στα 1080p καθώς και η εναλλαγή μεταξύ των τριών τίτλων, πατώντας το κεντρικό Touch Button(!), αφήνοντας με να αναρωτιέμαι, ακόμα και σήμερα, που είναι το τέταρτο μέρος της σειράς και γιατί δεν έχει συμπεριληφθεί μέσα στη συγκεκριμένη συλλογή..

Συνοψίζοντας : Ασχολούμενος με το DMC HD Collection για το PlayStation 4, έπιασα τον εαυτό μου να αναρωτιέται, αρχικά, σε ποιους απευθύνεται ο τίτλος, για πιο λόγο έχουμε για ακόμη μία φορά τη συγκεκριμένη συλλογή στα ράφια των καταστημάτων και φυσικά αν αξίζει κάποιος να επενδύσει τα χρήματα του σε αυτή. Η συγκεκριμένη έκδοση δεν έχει να προσφέρει τίποτα το καινούριο εν έτη 2018 και μόνο αστείο μπορεί να χαρακτηριστεί το γεγονός ότι η  μοναδική και ουσιαστική προσθήκη, είναι αυτή της εναλλαγής παιχνιδιού με το Touch Button του DualShock 4. Το DMC HD, λοιπόν, δε μπορεί να χαρακτηριστεί σε καμία περίπτωση ως Remaster και όπως είπα και πιο πάνω ο μοναδικός όρος που του αξίζει δικαιωματικά είναι αυτός του “port”. Η συλλογή δεν έχει αλλάξει καθόλου από αυτή του 2012 και είναι τουλάχιστον άβολο να το παρουσιάζεις στον κόσμο, όταν πλέον τα Remasters έχουν περάσει στο επίπεδο του Re-imagine, με δείγματα όπως το πρόσφατο Shadow of the Colossus και παλαιότερα τα Crash Bandicoot, Ratchet and Clank κ.ο.κ. Αν είστε από αυτούς που δεν είχαν καμία επαφή στο παρελθόν με το franchise, θα  πρότεινα να επενδύσετε με κάποια επιφύλαξη. Έαν από την άλλη, έτυχε στο παρελθόν να ζήσετε τη σειρά στις δόξες της, θα σας έλεγα απλά να περιμένετε το νέο της κεφάλαιο…
Box Art
Tested on : PS4
Developer : Capcom
Publisher : Capcom
Distributor : CD Media
Available for : Xbox One, PS4, PC
Release date : 2018-03-13

3 comment(s)