The Fall Part 2: Unbound Review

Εχθρός του καλού, το καλύτερο.

Το 2014 η Over The Moon Studios παρουσίασε το The Fall, ένα μικρό ακατέργαστο adventure διαμαντάκι που δυστυχώς αγνοήθηκε από το μεγαλύτερο μέρος του κοινού. Στο παιχνίδι αυτό αναλαμβάναμε το ρόλο της A.R.I.D., μίας τεχνητής νοημοσύνης εγκατεστημένης σε έναν εξωσκελετό μάχης με αποστολή να σώσει το θανάσιμα τραυματισμένο πιλότο που βρισκόταν μέσα σε αυτόν. Από εκεί και πέρα ξεκινούσε μία φιλοσοφική αναζήτηση με εφαλτήριο τους «τρεις νόμους της ρομποτικής» όπως αυτοί οριοθετήθηκαν από τον Ισαάκ Ασίμωφ πάνω από μισό αιώνα πριν, με την προσπάθεια της A.R.I.D. να υπερβεί τα πρωτόκολλα που περιορίζουν μία A.I. ώστε να σώσει τον κυβερνήτη της.

Τα γεγονότα του πρώτου παιχνιδιού εξιστορούνται μέσω του εισαγωγικού βίντεο αλλά αυτό εξυπηρετεί περισσότερο αυτούς που ασχολήθηκαν μαζί του ως φρεσκάρισμα. Όσοι αποφασίσετε να παίξετε το Unbound φροντίστε να ξεκινήσετε από το πρώτο κεφάλαιο, διαφορετικά θα χάσετε ένα σημαντικό κομμάτι της εμπειρίας και ένα ούτως ή άλλως πολύ καλό παιχνίδι. Η ιστορία του Unbound συνεχίζει ακριβώς από εκεί που τελείωσε το προηγούμενο. Θέλοντας να αποφύγω οποιοδήποτε spoiler δε θα αναλύσω ιδιαίτερα αυτή την πτυχή του, πέρα από το ότι οι ανησυχίες του παιχνιδιού γύρω από την τεχνητή νοημοσύνη εκφράζονται σε μεγαλύτερο εύρος  μέσω των τριών επιπλέον χαρακτήρων που καλούμαστε να χειριστούμε.

Το κράμα παραδοσιακού adventuring με ψήγματα action και platforming στοιχείων κάνει την επανεμφάνισή του παρουσιάζοντάς μας ένα αποτέλεσμα με έντονο άρωμα από κλασσικούς τίτλους όπως το Another World. Το shooting κομμάτι, όπου υπάρχει, συνεχίζει να μην είναι κάτι ιδιαίτερο και προσφέρεται η δυνατότητα επιλογής χαμηλότερου επίπεδου δυσκολίας για όσους επιθυμούν μία κατά το δυνατόν ανόθευτη εμπειρία. Το ίδιο ισχύει και για το νέο mini game που αρχικά παρουσιάζεται ως brawler αλλά ουσιαστικά πρόκειται περί rhythm game το οποίο βρήκα αρκετά διασκεδαστικό μόλις άρχισα να το αντιμετωπίζω ως τέτοιο. Επίσης η αγάπη προς τα Metroid γίνεται ακόμα πιο έκδηλη, αφού πέρα από το exosuit της A.R.I.D. που θυμίζει έντονα Samus έχει προστεθεί και ο μηχανισμός χρήσης διαφορετικών projectiles για να αποκτούμε πρόσβαση σε διαφορετικούς τύπους εισόδων.

Το κεντρικό κομμάτι του point n’ click και της εξερεύνησης αφενώς συνεχίζει την νοοτροπία του «ψάχνω και αλληλεπιδρώ με τα πάντα», αφετέρου ο σχεδιασμός έχει βελτιωθεί κατά το μέγιστο σε σχέση με το πρώτο κεφάλαιο, αποφεύγοντας τους παράλογους γρίφους και επιτυγχάνοντας μία σχεδόν άψογη ροή. Η εισαγωγή των τριών νέων χαρακτήρων πέρα από το να εμπλουτίζει το σενάριο δημιουργεί και ένα νέο μηχανισμό όπου ολοκληρώνοντας τους επιμέρους στόχους του καθενός, η κοσμοθεωρία του και ο τρόπος αντίληψης και δράσης του αναπτύσσονται και αφομοιώνονται και από τους υπολοίπους ώστε να χρησιμοποιηθούν στην επίλυση γρίφων.

Οι αρετές που κάνουν το The Fall να ξεχωρίζει είναι η ατμόσφαιρά του και οι επιμέρους ιστορίες των πρωταγωνιστών του. Δε δίνονται πολλές πληροφορίες για τον κόσμο του παιχνιδιού και αυτό προσθέτει στην ήδη υπάρχουσα αίσθηση του αφιλόξενου. Παρότι δεν παρατηρούνται φθηνά τεχνάσματα όπως jumpscares, δημιουργείται συχνά η εντύπωση πως κάτι κακό επίκειται εξυψώνοντας την παράνοια που νιώθει μία τεχνητή νοημοσύνη σε κρίση ταυτότητας όπως η A.R.I.D. και μεταφέροντάς την στον παίκτη. Αυτό το πέπλο παράνοιας που γινόταν αντιληπτό από τον πρώτο τίτλο ενισχύεται με την προσθήκη των νέων τριών A.I.. Ο παγιδευμένος στην ανούσια ρουτίνα μπάτλερ, ο εσωτερικός αγώνας του πολεμιστή να ξεχωρίσει και η μάταια προσπάθεια της συνοδού να πιστέψει πως υπηρετεί κάτι ανώτερο συμπληρώνουν το μωσαϊκό των τραγικών ιστοριών του παιχνιδιού.

Στο οπτικοακουστικό κομμάτι φυσάει αέρας από τα 90s. Τα «ψευδο-3D γραφικά» θυμίζουν τίτλο στην κόψη της τεχνολογίας 20 χρόνια πριν, δημιουργώντας την ευχάριστη ψευδαίσθηση πως παίζουμε ένα από τα παιχνίδια της χρυσής εποχής. Μοναδικό παράπονο που κληρονομήθηκε από το πρώτο μέρος αφορά κάποια αντικείμενα και σημεία ενδιαφέροντος τα οποία δεν λαμβάνουν την απαραίτητη έμφαση στην απεικόνισή τους με αποτέλεσμα να χάνονται στο background. Στον τομέα του ήχου η πολύμορφη μουσική επένδυση συνδράμει στην εναλλαγή των συναισθημάτων της απομόνωσης με αυτό της αγωνίας, ακόμα και της φρίκης. Οι υποβόσκοντες από μαύρο χαρακτήρα και χιούμορ διάλογοι αναδεικνύονται από τα voice over, τα όποια θεωρώ από τα πιο «δυνατά χαρτιά» του τίτλου με πραγματικά αξιομνημόνευτες ερμηνείες και έναν καλώς εννοούμενο ερασιτεχνισμό να τις διακρίνει, θυμίζοντας και αυτός με τη σειρά του παλαιότερες εποχές.

Συνοψίζοντας : Τελειώνοντας το Unbound βρήκα τον εαυτό μου να σκέφτεται πως πρόκειται για έναν από τους καλύτερους τίτλους της κατηγορίας του. Το παιχνίδι αφήνει μία αίσθηση πληρότητας και δεν θα είχα κανένα πρόβλημα αν τελείωνε εδώ και εφόσον η Over The Moon καταφέρει να ξεπεράσει πάλι τον εαυτό της στο τρίτο και τελευταίο μέρος τότε θα μιλάμε για πραγματικό αριστούργημα. Οι λάτρεις του είδους σπεύσατε να αποκτήσετε το bundle και όσοι τυχόν ενοχληθούν για το σχεδόν διπλάσιο της τιμής έναντι του πρώτου ας έχουν υπόψη τους πως πρόκειται για παιχνίδι με τριπλάσια διάρκεια.
Box Art
Tested on : PS4
Developer : Over The Moon
Publisher : Over The Moon
Available for : PC, PS4, Switch, Xbox One
Release date : 2018-02-13

2 comment(s)