Rise of the Tomb Raider: 20 Year Celebration Review

Η δεσποινίς Croft, πάλι στο προσκήνιο

Πέρασαν κιόλας 20 ολόκληρα χρόνια. Σαν χθες θυμάμαι δύο πιτσιρικάδες (εμένα και τον αδερφό μου) να παλεύουμε να βγάλουμε άκρη για το που πρέπει να πάμε ή το τι πρέπει να κάνουμε ώστε να τερματίσουμε το πρώτο εκείνο «Lara Croft» παιχνίδι. Η αναδρομή αυτή είναι μια αυτόματη διαδικασία στο κεφάλι μου κάθε φορά που πιάνω στα χέρια μου έναν τίτλο που φέρει το όνομα της δεσποινίδας Croft. Μπορώ να μιλάω για ώρα για το πόσο εκνευριστικά άλλα και συνάμα λυτρωτικά ήταν εκείνα τα πρώτα παιχνίδια βουτηγμένα στα πολύγωνα και την ατμόσφαιρα του Indiana Jones. Έχοντας παίξει το Tomb Raider Definitive Edition στο PS4 , είχα μεγάλη αγωνία να δω τη μεταφορά του Rise of The Tomb Raider στην κονσόλα της Sony. Έπρεπε να περιμένουμε να λήξει η περίοδος που ήταν exclusive για την Microsoft και το Xbox One και έτσι εσκεμμένα δεν το δοκίμασα την ώρα που κυκλοφόρησε.

Το reboot που έγινε στο Franchise το 2013 με την κυκλοφορία του Tomb Raider που ανέφερα παραπάνω, έδωσε μια νέα πνοή στη σειρά. Αυτό μπορείτε να το εκλάβετε όπως επιθυμείτε. Κατά γενική ομολογία ήταν ένα όμορφο παιχνίδι με καλούς μηχανισμούς, ιδιαίτερη έμφαση στο Χολιγουντιανό του πράγματος και σε πολλούς θύμισε ένα “θηλυκό Uncharted”. Χωρίς να είναι απαραίτητα κακό κάτι τέτοιο (αν σκεφτούμε επίσης πως το ίδιο το Uncharted δανείστηκε στοιχεία από τα παλαιότερα Tomb Raider), νομίζω πως έχασε λίγο την ταυτότητά του. Μια ταυτότητα που δε φαίνεται να έχει την όρεξη να κερδίσει ξανά. Προσέξτε, το Tomb Raider, ήταν το παιχνίδι που ουσιαστικά καθιέρωσε αυτό το είδος, το 3D platform action exploration στυλ. Το Uncharted ήρθε για να πάει το πράγμα ένα βήμα παραπέρα, αφαιρώντας όλα εκείνα τα εκνευριστικά για κάποιους στοιχεία, όπως για παράδειγμα το αδυσώπητο trial and error που ήταν βασικό κομμάτι των TR της δεκαετίας του ’90. Εκείνη τη δεκαετία μπορούσες να υπερηφανευτείς πως είχες τερματίσει ένα τέτοιο παιχνίδι, κάτι που άλλαξε άρδην την αμέσως επόμενη δεκαετία, με τις εταιρίες να τοποθετούν κατευθυντήριες γραμμές, βοήθεια σε κάθε γρίφο και μια γενικότερη πιο ‘Light’ εμπειρία exploration. Το Uncharted ήταν ένα καθαρά Action Movie Flick σε…παιχνίδι. Με τα όλα του. Με τα quick time events του, τα κινηματογραφικά σασπένς και τις κλισέ ανατροπές. Και ως γνωστόν, αυτή η Αμερικάνικη συνταγή είναι δοκιμασμένη και πετυχημένη. Κι εγώ απολαμβάνω τα πομπώδη δημιουργήματα, τις εκρήξεις και το γενικό χαβαλέ σε αυτά τα παιχνίδια. Με εκνευρίζει όταν προσπαθούν να πάρουν τον εαυτό τους πολύ στα σοβαρά. Είναι παιχνίδια ποπ κορν. Διασκεδαστικά και ευφάνταστα.

Η βασική τους διαφορά λοιπόν από εκείνα τα αρχικά Tomb Raider ήταν η δυσκολία στους γρίφους. Το παιχνίδι σε έριχνε στα βαθιά χωρίς βοήθεια και σου έλεγε κολύμπα. Δεν ξέρω όμως τελικά αν ο κόσμος αρέσκεται σε τέτοιου είδους παιχνίδια. Όλα τα παιχνίδια από το 90 και πίσω ήταν κάπως φειδωλά στη βοήθεια προς τον παίκτη, κάτι που με κάνει να αναρωτιέμαι αν τελικά η σημερινή κατάσταση έτσι όπως έχει εξελιχτεί είναι κάτι που θέλει ή όχι το σημερινό κοινό. Δεν είναι κακό να παρέχεις βοήθεια σαν κατασκευαστής (παλιότερα γινόταν μέσα από το manual), όμως καμιά φορά νιώθω πως το παρακάνουν λιγάκι. Δε δίνουν το περιθώριο στον παίκτη να στύψει το μυαλό του. Όπως είπα όμως, ίσως ο κόσμος να επιθυμεί την παροχή βοήθειας με το πάτημα ενός κουμπιού σήμερα.

Ίσως αυτή η εξέλιξη να είναι απαραίτητη. Σήμερα φαίνεται να υπάρχει λιγότερος χρόνος να ασχοληθεί κανείς με ένα παιχνίδι. Είναι τόσες πολλές οι κυκλοφορίες, τόσο πιεσμένο το πρόγραμμα της νεολαίας, που ίσως (λέω ίσως) να χρειάζεται αυτό το χέρι βοηθείας. Από την άλλη νομίζω πως χάνεται κάθε είδους ‘εμπειρία’ όταν συμβαίνει αυτό. Το έχω παρατηρήσει και στον εαυτό μου. Το τερματίζεις και πας στο επόμενο χωρίς να θυμάσαι καν τι και πως. Κι αν τύχει και έχει όμορφα γραφικά τότε λες ‘ωραίο παιχνίδι ήταν’. Δεν νομίζω να θυμάμαι το reboot του 2013 σε μερικά χρόνια. Ήδη λείπει ένα μεγάλο κομμάτι από τη μνήμη μου, γιατί δεν είχε τίποτα το ουσιαστικό, τίποτα που να κάνει το μυαλό μου να εκραγεί και να πάρει στροφές. Θυμάμαι όμως ακόμη εκείνα τα πρώτα Tomb Raider, και αυτό ίσως λέει κάτι πάνω σε αυτό.

To Rise of the Tomb Raider 20 Year Celebration έρχεται στο PS4 με αξιώσεις. Είναι η συνέχεια ενός επιτυχημένου reboot και μόνο προσθήκες μπορεί να φέρει. Είναι όμως έτσι τελικά τα πράγματα; Με λίγα λόγια, και ναι και όχι. Κοιτάξτε, έχω την στάμπα του γκρινιάρη στα reviews μου και γιατί να αλλάξει τώρα αυτό; Αν δεν γκρινιάξω για τα παιχνίδια που αγαπάω σε μια βιομηχανία που γνωρίζω καλά, γιατί πράγμα αξίζει να γκρινιάξω; Οπότε θα προσπαθήσω να περάσω κατευθείαν στο ζουμί. Το παιχνίδι είναι πανέμορφο. Είναι ‘Uncharted 4 πανέμορφο’; Όχι. Αυτό δεν νομίζω πως θα ξεπεραστεί σύντομα. Είναι όμως πολύ όμορφο. Από όσο παρακολούθησα αργότερα δεν είναι όσο όμορφο όσο στην έκδοση για υπολογιστή, όμως είναι χάρμα οφθαλμών. Τρέχει ομαλότατα χωρίς προβλήματα ή σπασίματα σε 1080p και σταθερά στα 30fps. Μπορείτε να φανταστείτε λοιπόν πως δεν είναι όσο ομαλό θα ήταν σε 60 καρέ όμως δεν νομίζω πως απογοητεύει κανέναν. Τα χρώματα είναι ζωηρά, υπάρχουν αρκετά on screen effects που ζωντανεύουν τους χώρους, και το aliasing σχεδόν απουσιάζει (υπάρχουν σημεία που είναι αρκετά εμφανές όμως δεν επηρεάζει τη γενική εικόνα).

Υπάρχουν στιγμές μέσα στο παιχνίδι που νιώθεις κυριολεκτικά την ποιότητα του σχεδιασμού να στάζει από την οθόνη σου όμως αντίστοιχα υπάρχουν και εκείνες που νιώθεις ότι κάτι πήγε στραβά, ιδιαίτερα σε ότι έχει να κάνει με τα δέντρα, τα κλαδιά, το νερό ή τους θάμνους. Η ίδια η Lara δείχνει πιο θελκτική από ποτέ, έχοντας βέβαια υποστεί το κατάλληλο ρετουσάρισμα από το πρώτο κιόλας παιχνίδι του Reboot. Παρόλα αυτά, για κάθε ένα θετικό που μου έδειχνε το παιχνίδι, εμφανιζόταν και ένα αρνητικό, τουλάχιστον στα δικά μου μάτια. Είναι ένα συνεχές πινγκ πονγκ αρνητικών/ θετικών με την μπάλα να μένει κάπου στο φιλέ. Καταρχάς μου έκανε τρομερή εντύπωση το γεγονός πως μοιάζει υπερβολικά με τον προκάτοχό του. Σχεδόν τίποτα δεν έχει αλλάξει/ προστεθεί, κάνοντας το να δείχνει ‘Lazy’ από μεριάς της Crystal Dynamics. Δεν προσθέτει αξιοσημείωτα πράγματα στο είδος άλλα ούτε και στο ίδιο το Franchise. Μοιάζει με ένα παιχνίδι που βγήκε για να βγει και να ισοφαρίσει την καλή αρχή του προηγούμενου. Ίσως στο επόμενο δούμε περισσότερες προσθήκες και γενικότερα ‘τόλμη’ από μεριάς των δημιουργών. Έχω να πω πάντως πως δεν το λες ‘απογοητευτικό’ ή όχι διασκεδαστικό. Η ομορφιά του όπως είπαμε προσδίδει στην εμπειρία και έτσι καταφέρνει να την βγάλει καθαρή με το κοινό.

Το παιχνίδι ακολουθεί το ίδιο μοτίβο με το πρώτο μέρος σε ότι αφορά τη δομή και τους μηχανισμούς. Υπάρχουν έτσι τα Camps που λειτουργούν ως ‘σταθμοί’ για να κάνουμε τις απαραίτητες αναβαθμίσεις στα όπλα μας, να τοποθετήσουμε τους κερδισμένους πόντους μας στα αντίστοιχα Skill Trees της πρωταγωνίστριας, άλλα και για να αναβαθμίσουμε το inventory ή να κάνουμε Fast Travel. Σε αυτές τις μικρές ανάπαυλες μπορούμε να ακούσουμε και μερικούς εσωτερικούς προβληματισμούς της Lara ή μονολόγους σχετικά με τη διάθεσή της και την πλοκή. Μέσα στις πίστες υπάρχουν κομμάτια τα οποία δεν μπορούμε να εξερευνήσουμε πριν κάνουμε τα απαραίτητα upgrades σε κάποια από τα αντικείμενα/ όπλα μας.

Αυτό είναι ένα στοιχείο που αυξάνει το replayability του τίτλου, μιας και για να καταφέρουμε να μαζέψουμε όλα τα collectibles θα πρέπει αφού το τελειώσουμε, να επιστρέψουμε σε κάποιες από τις περιοχές της κοιλάδας. Τη διάρκεια του τίτλου την αυξάνουν επίσης κάποιες αποστολές που έχουμε τη δυνατότητα να επιλέξουμε ή να αρνηθούμε. Αυτές μας τις προτείνουν οι διάφοροι NPCs του τίτλου κατά την πορεία μας προς την ολοκλήρωση του. Όπως μπορεί να φανταστεί κανείς, το backtracking και το exploring αποκτούν σημασία όμως οι ανταμοιβές δεν είναι και τόσο ενδιαφέρουσες τελικά. Πάντως αξίζει να αναφέρουμε πως και σε ότι αφορά τα διάφορα Tombs που μπορούμε να επισκεφτούμε για να λύσουμε γρίφους, η ποσότητα είναι περισσότερη από τον προκάτοχό του. Έτσι, έχουμε αρκετό περιεχόμενο στα χέρια μας, και ακόμη δεν περάσαμε στα υπόλοιπα στοιχεία που απαρτίζουν αυτήν την έκδοση. Το Rise of the Tomb Raider του PS4 προσφέρει πέρα από το single-player σαν εμπειρία, με όλα τα παραπάνω και κάποια έξτρα πράγματα στην τιμή.

Καταρχάς ξεκινώντας σου δίνονται απλόχερα 100.000 credits για να ξοδέψεις σε αγορές από το Shop του παιχνιδιού, καθώς και αρκετά Booster Packs που επιλέγεις αν θέλεις να κρατήσεις ή να πουλήσεις, αυξάνοντας έτσι κι άλλο τα τελικά Credits σου, πριν καν αρχίσεις να παίζεις. Πέρα από αυτό, υπάρχει ενσωματωμένο και το DLC πακέτο προσφέροντας μία εξτρά πίστα στην έκδοση για PS4, Baba Yaga: The Τemple of the Witch,  καθώς και το λεγόμενο ‘Croft Manor’ το οποίο είναι ένα exploration mode στην Βίλα. Μαζί υπάρχει το Endurance Μode όπου πρέπει να επιβιώσεις όσο το δυνατόν περισσότερο καθώς και το διασκεδαστικό co-op mode αυτού άλλα και η υποστήριξη του PS VR για τους κατόχους της νέας συσκευής της εταιρίας. Σαν περιεχόμενο, λοιπόν, δεν νομίζω ότι αφήνει κάποιον παραπονεμένο. Θα έλεγα πως μάλλον ‘χρυσώνει’ το χάπι των κατόχων PS4 που αναγκάστηκαν να περιμένουν έναν ολόκληρο χρόνο για να το αποκτήσουν. Το παιχνίδι αρχίζει να χάνει την αίγλη του κάπου στην μέση σε ότι αφορά την single-player εμπειρία, μιας και αρχίζουν να φαίνονται έντονα οι αδυναμίες της ομάδας που το δημιουργεί. Προσπαθεί πάρα πολύ να αντιγράψει με επιτυχία συνταγές του παρελθόντος, και θα έλεγα πως μάλλον αποτυγχάνει. Δε γίνεται παιδιά Action adventure παιχνίδι να έχει αποποιηθεί το crouch σαν μηχανισμό. Το auto crouch είναι κάτι που οδηγεί στο Auto Jump του μέλλοντος.

Το Precise collision point αγνοείται, οι πίστες γίνονται τραγικά γραμμικές σε κάποια σημεία και θυμίζουν speed run από το Mirror’s Edge, η τύχη ή ατυχία της πρωταγωνίστριας αντιμετωπίζεται πλέον με καχυποψία, δυσπιστία και γκριμάτσες, η ρεαλιστικότητα του πρώτου μισάωρου πάει περίπατο όταν ανακαλύπτεις απανωτά κατάγματα στα κόκαλα των νόμων της φυσικής ή βλέπεις βαρέλια να ανατινάζονται από ένα και μόνο βέλος τόξου και υπάρχουν κομμάτια που απλώς είναι ένα shooting gallery για το θεαθήναι του πράγματος. Ξεπροβάλλουν χαρακτήρες που για ακόμη μια φορά στον χώρο των βιντεοπαιχνιδιών προσπαθούν να αρθρώσουν Ελληνικές λέξεις με αρχαιοελληνική προφορά όπως το ‘Εδώ πεθαίνεις’ και μέσα σε όλα αυτά η Crystal Dynamics προσπαθεί με το ζόρι να επιβάλει ένα stealth στοιχείο για κλάματα, καθώς βλέπουμε την Lara να είναι κρυμμένη σε θάμνους με γραφικά βγαλμένα από το PS2 και τους εχθρούς να έχουν A.I γραμμένη σε Commodore. Η τελική μάχη δε, είναι ότι πιο απογοητευτικό έχω δει σε παιχνίδι τέτοιου είδους. Παρόλα αυτά, δεν παύει να είναι ένας τίτλος που θα σας διασκεδάσει για όσες ώρες κρατάει.

Συνοψίζοντας : Όσοι απόλαυσαν το πρώτο μέρος του παιχνιδιού, θα βρουν τον τίτλο ως ένα αξιόλογο Sequel που έρχεται να προσθέσει Tombs, χαρακτήρες, αποστολές και modes, κρατώντας το ίδιο επίπεδο τόσο στο gameplay, όσο και οπτικά. Είναι όμορφο, είναι action packed και έρχεται με αρκετά καλούδια σε αυτή την έκδοση όπως τα DLCs, τα δωρεάν credits και τα booster packs. Τώρα σε ότι με αφορά, πρόκειται για ένα ακόμη ‘ρηχό’ παιχνίδι, με την έννοια του ότι δεν προσφέρει τίποτα καινούργιο ώστε να δικαιολογεί την παρουσία του ως sequel πέρα από την εμφάνιση μιας ομάδας (Trinity) που μάλλον θα μας απασχολήσει σεναριακά και στο επόμενο μέρος. Είναι σταθερό, όμως σε κάποια σημεία τα γραφικά είναι άλλης εποχής, κάτι που δε βγάζει νόημα στο δικό μου κεφάλι τουλάχιστον. Η Α.Ι τις περισσότερες φορές είναι απογοητευτική, το stealth είναι για κλάματα (μιας και δεν στηρίζεται καν στα επίπεδα θορύβου) και ο γενικότερος ρεαλισμός που προσπάθησε να μας πλασάρει στην αρχή του, τελικά δεν έχει αξία και βαρύτητα (σαν gameplay). H Lara Croft δεν είναι αρχαιολόγος, δεν έχει καμία εκτίμηση για την ζωή των ανθρώπων ή των ζώων εκτός αν πρόκειται για φίλο ή συγγενή και γενικώς κινείται τρομακτικά στα όρια ενός κυκλοθυμικού αγριμιού με σχιζοφρένεια που διακατέχεται από έναν εκνευριστικό εγωισμό να φτάσει εκεί που θέλει βάζοντας στο μπλέντερ τις 10 εντολές και απολαμβάνοντας τες ως δροσιστικό milk shake με κερασάκι, όση ώρα αναρωτιέται ποια είναι η ταυτότητά της. Δεν είναι πλέον μια από τις ‘ηρωίδες’ μου και δε βρίσκω το λόγο για τον οποίο κάποιος πρέπει να νιώσει δεμένος μαζί της. Χαρακτηριστικός είναι ο παρακάτω διάλογος από το παιχνίδι: Lara: «Ο θάνατος είναι μέρος της Ζωής»… Ana: «Αυτό το λες γιατί εσύ δεν πεθαίνεις». Αυτού του είδους τα παιχνίδια εξυπηρετούν την Αμερικάνικη έκφραση  ‘Blow off some steam’,  πλέον. Σε αυτό το επίπεδο λοιπόν, είναι ένα αξιόλογο παιχνίδι για να περάσει κανείς την ώρα του.
Box Art
Tested on : PS4
Developer : Crystal Dynamics
Publisher : Square Enix
Distributor : CD Media
Available for : PC, Xbox One, PS4
Release date : 2016-10-11

21 comment(s)