Dragon Age: Inquisition - The Descent Review

Η υποστήριξη της BioWare στον τίτλο, συνεχίζεται

Και μετά τις αναπάντεχα εξαιρετικές εντυπώσεις που μας άφησε το Jaws Of Hakkon, αβάδιστα και σχεδόν αβίαστα «ακούμπησα» τα €15 που ζητά το νέο DLC του Dragon Age: Inquisition που ακούει στο όνομα The Descent, χωρίς να το σκεφτώ ιδιαίτερα. Και πως άλλωστε να σκεφτείς ότι μπορεί κάτι να πάει στραβά, όταν η BioWare μάς έχει καλομάθει; Κατάβαση ξανά στο Deep Roads σκεφτόμασταν, Darkspawns, Orzammar. Που να φανταζόμασταν ότι το The Descent θα ήταν τόσο απογοητευτικό και θα μέναμε με το… όραμα στο χέρι! Ας πάρουμε, όμως, τα πράγματα με τη σειρά.

Καταρχάς, όπως και στο Jaws Of Hakkon, το σενάριο του The Descent είναι αποκομμένο από την ιστορία του κυρίως παιχνιδιού, ίσως περισσότερο αυτή τη φορά. Παρόλα αυτά όμως, προσθέτει στο γενικότερο lore της σειράς και προφανώς όπως όλα δείχνουν στο μέλλον της. Ανεξήγητες σεισμικές δονήσεις ταράζουν το αρχαίο υπόγειο δίκτυο κατακομβών των Deep Roads που βρίσκεται στην επικράτεια των Dwarves στην Orzammar, μέσα από τα οποία ξεπηδούν Darkspawns. Το δίκτυο των υπογείων αυτών σηράγγων, ανήκε κάποτε στους Dwarves όπου το εκμεταλλεύονταν για εξόρυξη πολύτιμων μεταλλευμάτων. Μετά όμως το πρώτο Blight αναγκάστηκαν να σφραγίσουν την είσοδο αφήνοντάς τες στο έλεος των Darkspawn. Ενίοτε την ανοίγουν για ειδικές περιστάσεις στους Gray Wardens, οι οποίοι αφού επιζήσουν από την ένταξή τους στo τάγμα πίνοντας αίμα από Darkspawn για να είναι σε θέση να ακούσουν το κάλεσμα του Archdemon –κάτι που σηματοδοτεί την έναρξη του Blight-, εισέρχονται στα Deep Roads για να πάρουν το βάπτισμα του πυρός στη μάχη.

Αρκετοί ωστόσο, επιστρέφουν σε μεγαλύτερη ηλικία για έναν ένδοξο θάνατο. Κάτι που επίσης κάνει και ο ανεξάρτητος στρατιωτικός κλάδος των Dwarves, Legion of the Dead οι οποίοι εισέρχονται είτε για ένα τιμητικό θάνατο κοντά στους προγόνους τους, είτε για να καθαρίσουν το αμαυρωμένο όνομα της οικογένειάς τους.  Ο Inquisitor μας στην κάθοδό του στα έξι επίπεδα των Deep Roads, εκτός από το party του, θα έχει οδηγούς δυο νέους Dwarf χαρακτήρες: τον υπολοχαγό και διοικητή της Legion of the Dead, Renn, καθώς και την Shaper of the Stone, Valta. Η Valta είναι ένα είδος παρατηρητή όπου καταγράφει την ιστορία και τα μυστήρια της Πέτρας, με σκοπό να πάρει την ευλογία της και να ακούσει το τραγούδι της, καθώς πιστεύουν ότι η Πέτρα είναι μια ζωντανή και μεταλλασσόμενη οντότητα απ’ την οποία προέρχονται και καθοδηγούνται. Η Valta επίσης υποστηρίζει ότι υπεύθυνοι γι’ αυτούς τους σεισμούς είναι κάποια μυθικά πλάσματα γνωστά ως Titans.  

Στο πρώτο από τα έξι επίπεδα και αφού εγκαταστήσουμε το πρώτο camp μαζί με ότι χρειαζόμαστε για να δημιουργήσουμε και να τροποποιήσουμε στολές, όπλα και φίλτρα, ώστε να μη τρέχουμε κάθε τρις και λίγο στο Skyhold, ξεκινά η κατάβαση. Στην ίδια περιοχή έχει εγκατασταθεί μια παραπλήσια έκδοση του war table, στο οποίο ξοδεύουμε πόντους από το power, επεκτείνοντας περιοχές και χώρους στο Deep Roads και στις αχαρτογράφητες περιοχές που θα ανακαλύπτουμε στην πορεία. Αυτές μας επιβραβεύουν με influence, αρκετά όμορφα tier 4 items και schematics καθώς και unique καλούδια.

Ενώ στο Jaws of Hakkkon περιπλανηθήκαμε σε αρκετές ποικιλόμορφες περιοχές, εδώ επικεντρωνόμαστε σε μία και αυτό έχει ως αποτέλεσμα την έλλειψη ποικιλίας αλλά και την αίσθηση επαναλαμβανόμενων περιοχών.  Ναι μεν τα Deep Roads δείχνουν πιο όμορφα από ποτέ, αλλά σε καμία περίπτωση δεν έχουν ούτε στο ελάχιστο την αίσθηση της εξερεύνησης και του μυστηρίου που είχαν στο Origins. Αντ’ αυτού, θα έλεγα ότι πιο πολύ θυμίζουν τους επαναλαμβανόμενους διαδρόμους-σωλήνες του Dragon Age II. Καταλαβαίνω ότι υπάρχει σχεδιαστικός περιορισμός της περιοχής, αλλά θα μπορούσε να εμπλουτιστεί με πολλούς τρόπους, όπως με μυστικές περιοχές, μυστήρια πλάσματα, απρόσμενες ανακαλύψεις κ.α. Για τα Deep Roads μιλάμε άλλωστε, ένας κόσμος σχεδόν άβατος με ένα σωρό κρυμμένα θαύματα.

Θα μπορούσαν να είχαν βάλει γρίφους και δε μιλώ για τον γρίφο “αντιγραφή - επικόλληση” που έκαναν από το πρώτο Mass Effect με τους δίσκους, ούτε για τον δανεισμένο γρίφο με την γέφυρα από το Indiana Jones 3. Μιλώ για γρίφους όπως αυτούς που είχαμε δει στο Origins. Αντί γι’ αυτό αναλωνόμαστε στην εύρεση codecs και γραναζιών, τα οποία ανοίγουν κάποια δωμάτια με σεντούκια. Παρόλα αυτά, όμως, εμένα προσωπικά ως fan της σειράς, όλο αυτό  θα μπορούσε να μη με έχει ενοχλήσει τόσο πολύ, όσο με ενόχλησε το ασαφές και τεμπέλικο σενάριο. Έχουμε ξαναπεί ότι τα παιχνίδια ρόλων οφείλουν να έχουν πλούσιο σενάριο και ενδιαφέροντες χαρακτήρες. Θα μπορούσαμε να δώσουμε κάποιο ελαφρυντικό στο The Descent, μιας και πρόκειται για DLC, αλλά εφόσον μιλάμε για BioWare που είναι masters στο story telling και στη δημιουργία χαρακτήρων και λαμβάνοντας υπόψη το κυρίως παιχνίδι, αλλά και το πρώτο DLC Jaws of Hakkon, καταλαβαίνουμε ξεκάθαρα πως εδώ μιλάμε για προχειρότητα.

Επίσης η ίδια προχειρότητα υπάρχει στους διαλόγους που υποδηλώνουν έλλειψη έμπνευσης, ενώ οι νέοι χαρακτήρες είναι από ρηχοί έως αδιάφοροι. Ακόμα και ο ίδιος ο Inquisitor μας στο τέλος λέει ότι “από δω φεύγω με περισσότερες ερωτήσεις απ’ ότι απαντήσεις”! Αν όλη αυτή η σεναριακή ασάφεια είναι επιτηδευμένη –κάτι που θέλω να πιστεύω- θα το μάθουμε προφανώς στο επόμενο DLC. Ακόμα κι’ έτσι όμως δεν θα έπρεπε σε καμία περίπτωση να ζητά €15, καθώς –χωρίς να θέλω να δώσω έμφαση στο χρόνο- μου πήρε έχοντας κάνει σχεδόν τα πάντα περίπου πέντε ώρες.

Αυτό που σώνει την κατάσταση είναι το gameplay, το οποίο κυμαίνεται στα ίδια υψηλά επίπεδα με το κυρίως παιχνίδι. Όπως συνηθίζει η BioWare αυξάνει τη δυσκολία στα DLC της. Από το πρώτο επίπεδο και με το καλημέρα, μας υποδέχτηκαν γνώριμες Darkspawn φιγούρες από τα προηγούμενα παιχνίδια όπως το Ogre –αυτό που ζούληξε στο Origins τον King Cailan να δει τι ήχο βγάζει- το οποίο χωρίς να το συζητήσει ιδιαίτερα, με έπιασε και με πέταξε στο γκρεμό για να δω από κοντά τα αξιοθέατα! Η αλήθεια είναι ότι ακόμα και οι βετεράνοι, θα δυσκολευτείτε αρκετά, έστω κι αν είστε σε υψηλό επίπεδο, καθώς το level σας και μόνο, δε θα σας βοηθήσει καθόλου. Αυτό που θα σας βοηθήσει είναι η στρατηγική σας και οι επιλογές σας στον εξοπλισμό, στις δυνάμεις και στους συντρόφους σας.

Συνοψίζοντας : Αξίζει τελικά το “The Descent ” τα €15 που ζητάει; Η απάντηση δυστυχώς είναι πως όχι κι αυτό δεν οφείλεται στη μικρή του διάρκεια αλλά κυρίως στο ασαφές του σενάριο, στην προχειρότητα των επιπέδων, στους ανέμπνευστους διαλόγους, στους ρηχούς νέους χαρακτήρες και στο γεγονός ότι η ιστορία κόβεται απότομα χωρίς καμία κορύφωση. Επιτηδευμένα ή όχι δεν θα έπρεπε σε καμία περίπτωση να ζητά €15 γι’ αυτό το περιεχόμενο. Το μοναδικό του όπλο είναι το άριστο gameplay  και η προσθήκη στο γενικότερο lore της σειράς ενός γεγονότος που ανατρέπει τα πράγματα όπως τα ξέραμε. Σαφώς και είναι must για κάποιον που είναι fan, αλλά θα σας το πρότεινα μόνο σε επικείμενη πτώση τιμής.
Box Art
Tested on : PS4
Developer : BioWare
Publisher : Electronic Arts
Available for : PS4, Xbox One, PC, Xbox 360, PS3
Release date : 2015-08-11

10 comment(s)