Wolfenstein: The Old Blood - Review

Πρακτικά, το πρώτο αίμα

Κακά τα ψέματα, το ρίσκο που πήρε η Machine Games με την κυκλοφορία του Wolfenstein: The New Order ήταν μεγάλο. Όχι μόνο στο γεγονός ότι επένδυσε σε ένα αβέβαιο εμπορικά franchise, αλλά κυρίως γιατί διέθεσε έναν τίτλο που έχει όλα όσα αντιπροσωπεύει η παλιομοδίτικη σχολή του gaming και τα μετέφερε με επιτυχία και “ανώδυνα” στην εποχή του μοντέρνου gaming. Και η Machine Games κατάφερε περίφημα την αποστολή της, να κρατήσει ψηλά τον φάρο του "old school” gaming σε μια περίοδο όπου τα παιχνίδια είναι υπερβολικώς φιλικά προς τον παίκτη, τον παίρνουν από το χέρι και τον ταΐζουν στο στόμα. Όλα τα παραπάνω τα πραγματοποίησε στο shooting genre, ένα είδος που τελευταία δείχνει σημάδια κόπωσης, σαν να έχει κολλήσει σε ένα βούρκο γεμάτο με κινηματογραφικά set-pieces και εχθρούς που απλά ξεπετάγονται σαν στόχοι προπόνησης.

Ένα χρόνο μετά το Wolfenstein: The New Order, η Machine Games κυκλοφορεί το stand alone expansion του τίτλου με την ονομασία Wolfenstein: The Old Blood, το οποίο χρονολογικά τοποθετείται πριν από τα γεγονότα του πρώτου, στο εναλλακτικό 1946 όπου οι Σύμμαχοι απέτυχαν να αντεπιτεθούν στη D-Day, με αποτέλεσμα να ανέβει στην εξουσία η Ναζιστική Αυτοκρατορία και το Τρίτο Ράιχ. Εμείς παρακολουθούμε την προσπάθεια του BJ Blazkowicz να ανακτήσει την τοποθεσία ενός πολύ σημαντικού προσώπου των Ναζί και για να το κάνει αυτό θα πρέπει να εισχωρήσει στο κάστρο Wolfenstein και να δραπετεύσει ύστερα με τις πληροφορίες. Αυτό είναι μόνο το πρώτο από τα δύο κεφάλαια/ μέρη του The Old Blood, καθώς στο δεύτερο, το σκηνικό αλλάζει άρδην, δημιουργόντας έτσι ένα campaign δύο ταχυτήτων.

Το expansion προσπαθεί ουσιαστικά να εξηγήσει ένα μεγάλο μέρος των όσων συνέβησαν/ θα συμβούν στο The New Order αλλά και να μας συστήσει σε δυο νέους παρανοϊκούς κακούς. Όπως και να έχει, η ιστορία πάει περίπατο μόλις το gameplay δώσει την πρώτη σφαλιάρα στον παίκτη, αν και το The New Order έπαιρνε πιο ζεστά το θέμα “πλοκή”. Εμένα μου την έδωσε γερά κιόλας τολμώ να πω μιας και φαίνεται ότι δεν ήμουν συνηθισμένος σε αυτό το τόσο παλιομοδίτικο shooter με τους σκληρούς μηχανισμούς.

Τα πράγματα εδώ παραμένουν ίδια και απαράλαχτα με το The New Order. Γιατί να αλλάξουν άλλωστε όταν συνθέτουν μια τόσο νόστιμη και συνάμα αδίστακτη συνταγή, η οποία προσφέρει μια ανεπανάληπτη shooting εμπειρία. Το μόνο που σκέφτηκε να προσθέσει η Machine Games είναι δύο νέα όπλα, μια bolt-action καραμπίνα και ένα πιστόλι που θυμίζει κάτι σε grenade launcher και φωτοβολίδα.

Ένα σημείο που πρέπει να σταθώ ειναι η δομή του Wolfenstein: The New Order. Καταρχάς να αναφέρω ότι πατάει πάνω στα στιβαρά θεμέλια που έχτισε ο προκάτοχός του, όσον αφορά το ρυθμό της μάχης και το level design. Ένιωσα πως το δεύτερο μέρος του expansion ήταν μια υπερβολή ακόμη και για τα κάφρικα πλαίσια του Blaszko.

Αναρωτιέμαι γιατί έπρεπε για μια ακόμη φορά να πετσοκόβω το δρόμο μου από ναζί ζόμπι με φοσφωρίζοντα μάτια. Ενώ το The New Order έχει συνοχή και ακούραστο ρυθμό, απόλαυσα περισσότερο τις μάχες μου στο Castle Wolfenstein, είτε αυτές γινόντουσαν σε κλασικά μακρόστενα χωλ και τραπεζαρίες, είτε σε πιο ανοιχτά δωμάτια, κυριότερα γιατί αυτό το σκηνικό ήταν πιο 'Wolfenstein' από το άλλο μισό.

Είχε και το έντονο stealth στοιχείο αλλά μπορούσα να μπω στη μάχη guns blazing με το ανάλογο αντίκτυπο, απλά στο δεύτερο μέρος από το 6ο chapter και μετά η αλλαγή του τόνου και του σκηνικού ήταν ολίγον τι πιο ραγδαία απο όσο έπρεπε, τουλάχιστον για τα δικά μου γούστα. Αναφμισβήτητα όμως το όλο στήσιμο του παραπέμπει σε ένα love letter της Machine Games προς τους παλιούς του Wolfenstein αλλά και σε όσους τη στήριξαν στο The New Order, δεν είναι τυχαίο πως το expansion βρίθει από νοσταλγικά easter eggs, όπως η δυνατότητα να παίξετε ολόκληρο το Wolfenstein 3D: Episode 1.

Τεχνικά, όπως ήταν αναμενόμενο, δεν υπάρχουν σημαντικές διαφορές ή βελτιώσεις σε σχέση με το The New Order. Έχουμε να κάνουμε με ένα γενικά όμορφο παιχνίδι, που χωρίς να σοκάρει από την ποιότητα των γραφικών, χαρίζει μία αξιοπρεπέστατη οπτικοακουστική εμπειρία. Αυτό που σίγουρα δεν περνάει απαρατήρητο είναι η εκπληκτική μουσική του Mick Gordon, του οποίου το πεντάγραμμο απολαύσαμε και στο πρώτο παιχνίδι. Εδώ επιτρέψτε μου να δώσω τα εύσημά μου στους Σουηδούς, μιας και αυτού του είδους η κινηματογραφική, ατμοσφαιρική πολλές φορές μουσική δεν είναι το πρώτο που περιμένεις από ένα "action" shooter, με ανάλαφρο γενικά ύφος. 

Συνοψίζοντας : Κάτι παραπάνω από 7 ώρες μετά, το The Old Blood δικαίωσε πάραυτα όλες του τις ώρες που ξόδεψα μαζί του. Αν και πατάει πάνω σε μια στιβαρή και μεστή συνταγή η οποία απέδειξε την αξία της, δεν παύει να προσφέρει τη διασκέδαση που μόνο ένα παλιομοδίτικο, σκληρό FPS μπορεί να δώσει. Δεδομένου αυτού είναι μια πολύ καλή ευκαιρία για όποιον θέλει να μπει στον κόσμο του Wolfenstein ή να επιστρέψει σε αυτόν, αφού οι παλιοί θα το εκλάβουν ως ένα θερμό love letter.
Box Art
Tested on : PC
Developer : MachineGames
Publisher : Bethesda Softworks
Available for : PC, PS4, Xbox One
Release date : 2015-05-15

17 comment(s)