Sniper Elite III Review

Ένας "ελεύθερος" ελεύθερος σκοπευτής

Αφόρητη ζέστη αυτές τις μέρες αφού βρισκόμαστε για τα καλά στην πιο καυτή περίοδο του καλοκαιριού και μόλις είδα να φτάνει στο χώρο μου το Sniper Elite 3, άρχισε να με πιάνει ένα φούντωμα, γνωρίζοντας πως θα με μετέφερε στη λάβρα και την ανυπόφορη ζέστη της Αφρικής παρέα για ακόμη μια φορά με τον Karl Fairburne, το φημισμένο αυτόν ελεύθερο σκοπευτή, που γνωρίσαμε στο Sniper Elite V2. Επειδή το Sniper Elite 3 ακολουθεί κάποια προκαθορισμένα, κλισέ, μονοπάτια όσον αφορά τη πλοκή του θα σας την περιγράψω τυπικά για να πάμε στα πολύ πιο ενδιαφέροντα πράγματα που χαρίζει ο τίτλος της Rebellion. Όπως προανέφερα αναλαμβάνουμε ξανά το ρόλο του αετομάτη Fairburne κατά τη διάρκεια μιας αποστολής του στην Αφρική με στόχο να βρει –και φυσικά να εξοντώσει- έναν ακόμη αδιάφορο και πρόχειρα γραμμένο «νέμεση» που ακούει στο όνομα «General Vahlen».

Το story αυτό είναι όλο κι όλο οπότε προχωράμε. Για να έρθουμε στο κομμάτι της ελεύθερης σκόπευσης, αυτή έρχεται βελτιωμένη σε σχέση με το Sniper Elite V2, χωρίς να σημειώνει τεράστιο άλμα. Αυτό οφείλεται κυρίως στη νέα, άκρως αιματηρή, killcam που ενεργοποιείται σχεδόν σε κάθε εύστοχο πάτημα της σκανδάλης. Γράφοντας αυτές τις γραμμές μου ήρθαν στο μυαλό όλες οι –«κάφρικες» θα μπορούσε να πει κανείς- φρικαλέες εκτελέσεις των κακόμοιρων Γερμανών και ενίοτε Ιταλών στρατιωτών, όσο τα κόκκαλα τους συνθλίβονταν από βολές εκατοντάδων μέτρων. Οι ακρωτηριασμοί και το αποτέλεσμα της βολής που άλλοτε έσκαγε πνευμόνια, άνοιγε κεφάλια ή διέλυε ολόκληρα μέλη του σώματος, με έκαναν να σφίξω τα δόντια μου και παράλληλα να γελάσω με αυτό το θέαμα σαν να έβλεπα μια πρώτης τάξης b-movie. Άλλωστε το όλο στήσιμο του Sniper Elite δεν είναι ό,τι πιο σοβαρό υπάρχει. Πέρα από τη διαβολική ζέστη της Αφρικής που είχα να ανεχτώ, προς ευχαρίστησή μου είδα ότι ο ήλιος μπλόκαρε αλλεπάλληλες φορές την όραση μου δίνοντας έναν ακόμη πόντο στην ακροβολιστική εμπειρία της Rebellion.

Οι ακρωτηριασμοί και το αποτέλεσμα της βολής που άλλοτε έσκαγε πνευμόνια, άνοιγε κεφάλια ή διέλυε ολόκληρα μέλη του σώματος, με έκαναν να σφίξω τα δόντια μου και παράλληλα να γελάσω με αυτό το θέαμα σαν να έβλεπα μια πρώτης τάξης b-movie.

Η Rebellion ξεκάθαρα δείχνει πως θέλησε να κάνει ακόμη πιο διασκεδαστικό το όλο «sniping» του πράγματος, χαλαρώνοντας το μηχανισμό του “relocate”  και επιτρέποντας πλέον στον παίκτη να πυροβολήσει μέχρι δύο φορές χωρίς οι εχθροί να κινηθούν προς το μέρος του. Αν και το Sniper Elite 3 ωθεί τον παίκτη να κινηθεί με ένα πιο αθόρυβο στυλ παιχνιδιού, κάτι που γίνεται αντιληπτό από το inventory (βλ. Welrod pistol) η εύκολη μετακίνησή του και ταυτόχρονη αποφυγή οποιουδήποτε κινδύνου ανακάλυψης της θέσης του, δίνουν την ευκαιρία να εκμεταλλευτεί αυτό το «παραθυράκι» και να βγάλει το παιχνίδι με αυτόν τον τρόπο. Οι hardcore φίλοι της sniping σειράς ίσως να μην το εκτιμήσουν τόσο αφού στο όλο σκηνικό μοιάζει σα μια ιδιαίτερα…casual προσθήκη.

Η μεγαλύτερη αρετή του Sniper Elite 3 κρύβεται στον ανοιχτό σχεδιασμό των επιπέδων. Σε αντίθεση με τα παλαιότερα απολύτως γραμμικά Sniper Elite, το τρίτο δίνει μια απόλυτη ελευθερία στον επίδοξο sniper να διανύσει τις μεγάλες εκτάσεις των καυτών αφρικανικών επιπέδων, τα οποία μπορώ να πω πως μοιάζουν αχανή, και να ολοκληρώσει την αποστολή με όποια σειρά θέλει. Με κορυφαία την αποστολή Halfaya Pass, που επιδεικνύει στο έπακρο αυτό που περιέγραψα μόλις τώρα, εκεί το παιχνίδι με έκανε να νιώσω σαν έναν ελεύθερο σκοπευτή που τον αμόλησαν πίσω από τις εχθρικές γραμμές, με σκοπό να φέρει εις πέρας την πιο βρώμικη δουλειά. Ακόμη, η εξερεύνηση του εκάστοτε χάρτη επιβραβεύεται με επιπλέον side objectives που ενδυναμώνουν  ευχάριστα την “sniping” εμπειρία και δεν κουράζουν, κάτι που βοηθάται από τα πανέμορφα γραφικά του τίτλου για τα οποία θα αναφερθώ λίγο παρακάτω. Μακάρι η stealth εμπειρία να ήταν πιο στιβαρή και με συνοχή και θα μιλούσαμε για έναν πραγματικά εξαιρετικό τίτλο.

Η μεγαλύτερη αρετή του Sniper Elite 3 κρύβεται στον ανοιχτό σχεδιασμό των επιπέδων. Σε αντίθεση με τα παλαιότερα απολύτως γραμμικά Sniper Elite, το τρίτο δίνει μια απόλυτη ελευθερία στον επίδοξο sniper να διανύσει τις μεγάλες εκτάσεις των καυτών αφρικανικών επιπέδων

Εκεί που το παιχνίδι δεν καταφέρνει να πείσει είναι στο stealth κομμάτι του, που καταρρέει από μια κουτή ΑΙ η οποία αν και λίγο πιο σκληρή και προσεκτική από το V2, δεν παύει να σου δίνει την αίσθηση ότι κλέβεις το γλυκό ενός μωρού μέσα από τα χέρια του, κάθε φορά που ξεγελάς έναν φύλακα δημιουργώντας μια τεχνητή εστία φωτιάς ή αποσπώντας τη προσοχή του πετώντας μια πέτρα. Η ΑΙ δε διαπρέπει ούτε σε καταστάσεις συναγερμού, αφού όπως είπαμε αν καταφέρετε να μεταφερθείτε σε άλλο σημείο από αυτό που σας εντόπισαν, το λεγόμενο “relocate”, αυτοί ξεχνούν εντελώς την παρουσία σας. Όμως κάθε stealth παιχνίδι ή έστω τα περισσότερα έτσι δεν συμπεριφέρονται;

Έχοντας παραλάβει την PC έκδοση του τίτλου για δοκιμή, μου δόθηκε η ευκαιρία να απολαύσω με τον καλύτερο δυνατό τρόπο τα γραφικά του, τα οποία «τρέχουν» χάρη στην τελευταία έκδοση της Asura Engine, της ιδιόκτητης μηχανής γραφικών της Rebellion. Χωρίς να έχω κάποιο παντοδύναμο PC μπόρεσα να τρέξω με άνεση το Sniper Elite 3 στα ίδια settings με τα οποία τρέχουν οι PS4 και Xbox One εκδόσεις, δηλαδή στα “High settings”. Τα μοντέλα λεπτομερή, αν και το εικαστικό του που τείνει προς ένα πλαστικοποιημένο art direction, βοηθάει πάραυτα στην “b-movie” αισθητική που περιστασιακά εμφανίζει ο τίτλος. Εφοδιασμένο με μια έντονη παλέτα χρωμάτων όπου το καφέ και το χρυσό της ερήμου κυριαρχούν και σε ορισμένες αποστολές οι φοίνικες με τα καταπράσινα φύλα τους σπάνε αυτήν τη μονοτονία, ενώ οι τσουρουφλιστές ακτίνες του ήλιου χτυπούν τους βράχους, δημιουργώντας ένα ανεπανάληπτο «god ray» εφέ. Σε όλα αυτά προστίθεται το κορυφαίο foliage σύστημα που μετέφερε πιστά τον καύσωνα της ερήμου, τόσο πειστικά ώστε να έχω το κλιματιστικό ανοιχτό καθ’ όλη τη διάρκεια της ενασχόλησής μου. Γενικώς ο τεχνικός τομέας του Sniper Elite 3 είναι αξιομνημόνευτος.

Στα του ήχου, τώρα, δε θα έλεγα ότι υπάρχει κάτι εξαιρετικά άξιο αναφοράς. Περνάει τη βάση μόνο και μόνο από το ποιοτικό sound design που ενσωματώνει, δίνοντας πλήρη αίσθηση των όσων διαδραματίζονται. Μια απίστευτα οξεία ακοή όπως θα είχε άλλωστε ένας κανονικός ακροβολιστής. Κορυφαίο σημείο του sound design αποτελούν οι μύγες που ενοχλούσαν τον Fairburne όταν βρισκόταν κοντά σε ένα βαλτοτόπι και περιφερόντουσαν γύρω από το κεφάλι του. Επίσης, η όποια αναφορά θα γινόταν στο multiplayer κομμάτι, αλλά πολύ περισσότερο στο online co-op, που με ενδιέφερε προσωπικά, εξατμίστηκε αφού η πεσμένη κίνηση στους servers δεν το επέτρεψε.

Συνοψίζοντας : Τα kudos μας, λοιπόν, στη Rebellion, που πήρε τη γενναία απόφαση να μεγαλώσει τις εκτάσεις των αποστολών, να απελευθερώσει τον παίκτη από αρκετά ευθύγραμμα δεσμά που ζώνανε αυτή τη σειρά στον τομέα του campaign και να το κάνει ευχάριστο, αντί κουραστικό. Η νέα killcam δεν είναι κάτι το επαναστατικό ή το βήμα παραπέρα για τη σειρά, όμως εκπληρώνει μια χαρά το σκοπό της. Άρτιο στο design των αποστολών, στον τεχνικό τομέα και στην πλειοψηφία του gameplay κομματιού, όμως χάνει πόντους από το stealth, που γίνεται αδύναμο μπροστά στην δύναμη του “relocate”. Για τις 13 περίπου ώρες που διαρκεί, σύμφωνα πάντα με το ρυθμό που εξερευνούσα εγώ τους χάρτες, δε θα κουράσει, θα προσφέρει μια έντονη sniping εμπειρία με μπόλικες “b-movie” πινελιές και αποκρουστικά kills βγαλμένα από την πιο splatter ταινία του Tarantino.
Box Art
Tested on : PC
Developer : Rebellion
Publisher : 505 Games
Available for : PC, PS4, One, PS3, X360
Release date : 2014-01-01

15 comment(s)