Star Wars Battlefront Review

This is just a tribute

Κάποιοι από εσάς θα έχετε ακούσει το “Tribute” των Tenacious D, τουλάχιστον όσοι τείνετε προς τα rock ακούσματα. Για αυτούς που δεν ξέρουν πρόκειται για ένα τραγούδι που εξιστορεί πως το δίδυμο των Black και Gass έπαιξε το καλύτερο τραγούδι του κόσμου μπροστά στον ίδιο τον διάβολο για να σώσουν τη ψυχή τους, μόνο που τώρα δεν το θυμούνται και έτσι εμείς ακούμε το…tribute για το καλύτερο τραγούδι. Στην περίπτωσή μας το ύφος του τραγουδιού δεν έχει καμία σχέση. Αυτό που μετράει είναι πως οι στίχοι του και η ιστορία που κουβαλά, ταυτίζονται με την περίπτωση του Star Wars Battlefront. Αυτόν ακριβώς τον παραλληλισμό θυμήθηκα αραδιάζοντας στο ψηφιακό χαρτί τις σκέψεις μου για το shooter της DICE.

Το πιο αναμενόμενο Star Wars παιχνίδι μετά το The Force Unleashed περιγράφεται ακριβώς από το ίδιο το κομμάτι “Tribute”, δηλαδή μια ωδή προς το καλύτερο Star Wars παιχνίδι που δε θα έχουμε ποτέ την ευκαιρία να παίξουμε και όχι το καλύτερο παιχνίδι του franchise μέχρι σήμερα. Ας μην προτρέχω όμως και ας πάω λίγο πίσω. Η DICE ανέλαβε την αναβίωση των Star Wars Battlefront της Pandemic το 2013, ύστερα από την πλουσιοπάροχη συμφωνία της ΕΑ με την Disney για τα δικαιώματα των παιχνιδιών. Οι απανταχού fans του σύμπαντος είδαν ξαφνικά ένα παιχνίδι που θα τους λυτρώσει μετά από πολλά χρόνια ξηρασίας και φυσικά την ακύρωση του ιδιαίτερα φιλόδοξου Star Wars 1313. Παράλληλα, η έβδομη ταινία του Star Wars είχε ανακοινωθεί και έτσι το brand name φλέγονταν από το hype που το διακατείχε. Ερχόμαστε λοιπόν δύο χρόνια μετά για να δούμε πως τα πήγε η DICE σε αυτό το εγχείρημά της, να μεταφέρει το σύμπαν του George Lucas πιο πιστά από κάθε άλλη φορά σε ένα videogame και σαφώς να προσφέρει ένα online shooter για το οποίο θα κόπτονται να παίξουν fans του Star Wars και μη. Θριαμβεύει στην αναπαράσταση του σύμπαντος ή πρόκειται για ένα fan service λίγο πριν το The Force Awakens και τίποτα παραπάνω; Η αλήθεια είναι κρυμμένη κάπου στη μέση και θα σας εξηγήσω παρακάτω τι εννοώ.


Η formula του νέου Battlefront δε διαφέρει, λοιπόν, και πολύ από την προ δεκαετίας φόρμουλα της Pandemic, τουλάχιστον στη ραχοκοκαλιά. Γενικότερα, η ιδέα είναι πως ο παίκτης διαλέγει τον Imperial ή Rebel χαρακτήρα του, κάνει spawn σε έναν μεγάλο χάρτη, σκοτώνει όσους περισσότερους μπορεί μέσω στυγνών shooting μηχανισμών ή ολοκληρώνει objectives, πεθαίνει και ξανά από την αρχή. Οι κύριες διαφορές διακρίνονται στο ότι οι χάρτες είναι αχανείς, τα modes πολλά περισσότερα, υπάρχουν διάφορα abilities -τα λεγόμενα Star Cards- μπορείς να οδηγήσεις οχήματα, να στολίσεις το χαρακτήρα σου και να διαλέξεις ανάμεσα σε μια ικανοποιητική γκάμα όπλων. Η επανάληψη είναι μέρος της διασκέδασης του Battlefront όμως για πόσες ώρες αντέχει αυτός ο χάρτινος πύργος; Πόσες ώρες θα κρατήσουν έναν παίκτη τα εννέα modes του; Τέτοια ερωτήματα μού γεννήθηκαν παίζοντας τον τίτλο, ο οποίος μετά το πρώτο 10ωρο περίπου αρχίζει και δείχνει σημάδια κόπωσης -ακόμη και για έναν τρελαμένο fan.

Τι έκανε, λοιπόν, η DICE για να γεμίσει ένα φαινομενικά αδειανό παιχνίδι; Κάθισαν στο τραπέζι και είπαν: “Τι modes επικρατούν στα multiplayer παιχνίδια;" "-Capture the Flag!" "-Καλό, το βαφτίζουμε Cargo και το βάζουμε". "Άλλο;" "-Τύπου Conquest!" "-Ωραία, θα το βάλουμε και θα το πούμε Supremacy!” Και κάπως έτσι εξελίχθηκε η συζήτηση και στήθηκε το online κομμάτι του παιχνιδιού. Μια πλειάδα modes που το καθένα έχει τις αρετές του και το κοινό του για να βουτήξει και να παίξει απλά με την φορεσιά του Star Wars. Σε καμία περίπτωση δε θα περίμενε κανείς να εφεύρει και τον τροχό, όμως ζητάς κάτι να σε κρατάει στο multiplayer και όσο παθιασμένος και αν είμαι με το Star Wars υπήρξαν σημεία ή καλύτερα λίγα modes που με κράτησαν παραπάνω. Χωρίς να θέλω να υποβαθμίσω την προσπάθεια της εταιρίας ανάπτυξης να προσθέσει πλούσιο περιεχόμενο απλά αυτό το "μπούκωμα" με τα modes μου έφερε σύγχυση παρά ποικίλες επιλογές για να βυθιστώ στο αγαπημένο μου σύμπαν. Τα πολλά modes, λοιπόν, δείχνουν σε μένα έλλειψη συγκέντρωσης που φυσικά πως να υπάρχει αφού έπρεπε να προλάβει το deadline της ταινίας.

Υπάρχει, όμως, το λαμπρό παράδειγμα και το μοναδικό mode που μετουσιώνει αυτό που θα έπρεπε να είναι το Battlefront -φέρει την ονομασία Walker Assault- και εν τέλει απλά σκαλίζει την επιφάνεια. Σε αυτό μάχονται συνολικά 40 παίκτες σε πραγματικά επικής κλίμακας χάρτες, όπου οι Rebels επιτίθενται για να ενεργοποιήσουν τα uplink και να σπάσουν τις ασπίδες των γιγαντιαίων AT-AT, ενώ οι Imperials έχουν ως στόχο να απωθήσουν τους Rebels και να βοηθήσουν τα Walkers να φτάσουν στο τέλος ώστε να ανατινάξουν τη βάση τους. Το χάος που επικρατεί δεν μπορεί να περιγραφεί με λόγια. Ένιωσα σαν να ήμουν ένας μαχητικός επαναστάτης στη μέση μιας αδυσώπητης μάχης ενάντια στην υπερδύναμη της Αυτοκρατορίας. Lasers να περνούν ξυστά από το κεφάλι μου, βόμβες να σκάνε, οχήματα να σκίζουν τους αιθέρες με τα εκκωφαντικά εφέ που γνώρισα στις ταινίες, AT-ST να πετάγονται και να σπέρνουν τον τρόμο στους αβοήθητους πεζικάριους. Δε θα ξεχάσω επίσης την πρώτη φορά που έπαιξα το mode στο θρυλικό πλανήτη Endor, γιατί ήταν σαν να ζωντάνεψε μπροστά μου η αλησμόνητη μάχη του Return of the Jedi. Το εν λόγω mode αποτελεί μάλιστα την καλύτερη ευκαιρία για να γνωρίσει και να μάθει εις βάθος τους διαθέσιμους χάρτες, αφού θα περάσει θέλοντας και μη από όλες τις σπιθαμές των τεράστιων και λεπτομερέστατα σχεδιασμένων χαρτών που αποτελεί και σήμα κατατεθέν της DICE στα shooter της. Εδώ όμως μιλάμε για την πεμπτουσία του map design για την σουηδική ομάδα. Λάτρεψα επίσης την ελευθερία που είχα μέσα στο χάρτη και το γεγονός ότι με ένα power up που έβρισκα σκορπισμένο στα επίπεδα, μπορούσα να γίνω Hero/ Villain παίρνοντας το ρόλο του Vader ή του Han Solo για παράδειγμα ή να μεταφερθώ σε εναέριες μάχες με X-Wings και TIE Fighters. Σε αυτό το mode η DICE φαίνεται πως έδωσε λίγη παραπάνω φροντίδα και μοιάζει σαν να είναι κομμάτι ενός πολύ μεγαλύτερου και βαθύτερου παιχνιδιού από αυτό που πήραμε τελικά στα χέρια μας.

Στο βωμό του fan service δε θα έλειπε και ένα mode αποκλειστικά αφιερωμένο στις μάχες με τα διαστημόπλοια, αφού δε δίνεται η μεταφορά της μάχης στο Walker Assault απευθείας στο διάστημα, κάτι που ομολογουμένως θα ήθελα να συμβαίνει. Το ρόλο αυτό αναλαμβάνει να φέρει εις πέρας με μεγάλη επιτυχία το Fighter Squadron, που είναι ένα από τα μεγάλα modes του Battlefront -δεδομένου ότι φιλοξενεί πάνω από 20 παίκτες, συν τα bots. Πως να μην γεμίσεις με ευχαρίστηση κάποιον fan δίνοντάς του την ευκαιρία να πιλοτάρει το Millenium Falcon ή το Slave του Bobba Fett; Πέραν της ικανοποιητικής αίσθησης που αφήνουν στο πιλοτάρισμα τα διαστημόπλοια ανάλογα με το αν είναι A Wing, X Wing, TIE Fighter ή τα πιο βραδυκίνητα όπως το Millenium Falcon ή το TIE Interceptor, το αποτέλεσμα βουλιάζει από νωρίς σε ρηχά νερά. Μπορεί το συναίσθημα του να κυνηγάς με μανία ένα μικροσκοπικό A Wing για αρκετά λεπτά ύστερα από αρκετές εναέριες μανούβρες, να ολοκληρώνει τις κρυφές επιθυμίες του fan, όμως η επαναληψιμότητα που επέρχεται από το γεγονός ότι δεν κάνεις κάτι άλλο πέραν του να γίνονται συνεχώς “dogfights”, καταδικάζει την μακροζωία του. Σύμπτωμα το οποίο είναι διάχυτο σε όλο το παιχνίδι.

Στη μέση της εμπειρίας αυτής, όμως, μπαίνει σαν τροχοπέδη το κούφιο gameplay. Και λέω κούφιο γιατί στο Battlefront, είτε κουβαλούσα ένα blaster ή κάποιο rifle ήταν το ίδιο πράγμα. Το μόνο που άλλαζε ήταν το burst των ριπών και το damage και τίποτα άλλο. Χωρίς ίχνος υπερβολής, όμως, το Battlefront έχει το πιο κούφιο και άνοστο gunplay που συνάντησα σε shooter τα τελευταία χρόνια. Εντάξει, μιλάμε για όπλα που δεν έχουν κάποια ανάδραση-recoil και ουσιαστικά κάνουν “πίου-πίου”, αλλά αυτό παραήταν άψυχο ως προς την αίσθηση που μου άφησε στο χειριστήριο. Να φανταστείτε ήταν πιο απολαυστικό να πυροβολώ στα διαστημόπλοια, παρά με συμβατικά όπλα. Μηδενική υπόσταση τα όπλα κάτι για το οποίο η DICE θα έπρεπε να φροντίσει έχοντας εμπειρία με την σειρά Battlefield στον τομέα του gunplay και κρίνεται καταδικαστέα σε αυτό το κομμάτι δεδομένου της περίστασης και των αναλογιών. Προς Θεού, δεν ζήτησα να κινείται σε sim μονοπάτια, απλά νομίζω ότι θα έπρεπε να προστεθεί παραπάνω βάρος και ένταση.

Στα υπόλοιπα σημεία του gameplay, τα Star Cards συμβάλλουν θετικά στη φόρμουλα των μαχών αν και είναι παρμένα από τα αντίστοιχα cards του Titanfall. Ο παίκτης έχει στη διάθεσή του τρεις κάρτες, οι δύο ενεργοποιούνται με τα LB-RB και αντιστοιχούν σε κάποιο power weapon ή bonus στο κύριο όπλο, ενώ η τρίτη λειτουργεί ως trait για το χαρακτήρα. Τα πρώτα δύο έχουν cooldown, ενώ το τρίτο έχει έναν αριθμό χρήσεων στις μάχες που αναπληρώνεται αγοράζοντας παραπάνω “uses”. Προσθέτουν μια αίσθηση στρατηγικής εκεί που δύσκολα εφαρμόζεται στο Battlefront μιας και αποδεικνύονται χρήσιμα για την έκβαση της μάχης ιδιαίτερα όσον αφορά το κύριο mode του Battlefield που είναι το Walker Assault. Συνεχίζοντας στα του fan service, η προσθήκη των Heroes και Villains αν και εντυπωσιακή εκ πρώτης όψεως, όπως και το υπόλοιπο παιχνίδι, παρουσιάζουν έλλειψη βάθους και ικανοποίησης στον τομέα του gameplay. Για παράδειγμα το να κουνάω άγαρμπα το σπαθί του Vader χωρίς να έχει την παραμικρή αίσθηση όταν κόβω στη μέση κάποιον Rebel, δεν έχει κανένα νόημα. Το κομμάτι των ειδικών χαρακτήρων αποκαλύπτει περίτρανα πόσο βεβιασμένη ήταν η προσθήκη τους, καθώς δε φέρουν την δέουσα μελέτη ως προς το balance τους και μοιάζουν σαν overpowered χαρακτήρες με τους οποίους σου δίνεται η δυνατότητα να ξεφύγεις από το shooting κομμάτι με έναν εντελώς άμυαλο και άκομψο τρόπο.


Πρέπει να ομολογήσω πως η έλλειψη ενός υποδειγματικού single-player campaign με θλίβει βαθύτατα μιας και τα σημάδια πως "κάτι πήγε να γίνει" υπάρχουν. Στα Missions, τις single-player αποστολές του Battlefront, υπάρχουν κάποια σύντομα cutscenes πριν και μετά το πέρας τους τα οποία αν είχαν χρησιμοποιηθεί σωστά και με μεράκι θα μπορούσαν να δώσουν κάποιο ενδιαφέρον στις αποστολές. Αντιθέτως έχουν έναν εντελώς arcade χαρακτήρα και απλά αναλώνονται στο ποιος θα κάνει το μεγαλύτερο σκορ, προσπαθώντας να επιβιώσει σε κύματα εχθρών όπως συμβαίνει στο Horde του Gears. Αν δεν υπήρχαν τα cutscenes και ήταν ξερές αποστολές θα ήταν πιο τίμιο κατ’ εμέ και θεωρώ προκλητικό το ότι φαίνονται σαν απομεινάρια ενός campaign που δε θα παίξουμε ποτέ. Το θετικό είναι πως δίνεται η δυνατότητα για split screen co-op εκτός του online σε Battles 1v1, οπότε θα μπορείτε να παίξετε παρέα με έναν φίλο στον καναπέ του σπιτιού σας.  Αυτό είναι και ένα τεράστιο ατού του Battlefront που βοηθάει στο να κρατήσει τον παίκτη παρά την επαναληψιμότητά του είναι το αψεγάδιαστο και απροβλημάτιστο net code του. Στο άψογο αυτό αποτέλεσμα από πλευράς matchmaking συμβάλουν οι dedicated servers -που σε αυτό το σημείο θα παρακαλούσα να υπάρχουν σε κάθε παιχνίδι του genre- καθώς προσφέρουν μηδενικό lag και ακαριαία εύρεση lobby. Τόσο ακαριαία που τσέκαρα αν μπήκα στα Missions και όχι στο multiplayer. Δεν μπορώ παρά να δώσω τα εύσημα στην DICE σε αυτό τον τομέα. Να παίρνουν παράδειγμα από εδώ και πέρα τίτλοι όπως το Call of Duty…

Φτάνει, όμως, με το κούφιο και άψυχο του πράγματος. Το πράγμα που πετυχαίνει διάνα η DICE είναι η μεταφορά του σύμπαντος του Πολέμου των Άστρων σε βιντεοπαιχνίδι και αυτό εγγυάται άλλωστε την επιτυχία του στο κοινό που απευθύνεται. Περνώντας έτσι στον τεχνικό τομέα, αξίζουν πολλά μπράβο στην ομάδα ανάπτυξης γιατί πρόκειται για κάτι που μου έριχνε συνεχώς τα σαγόνια όσο έπαιζα. Όχι μόνο αυτό αλλά με κάποιον τρόπο το όλο εικαστικό, η εικόνα που περνούσε στα μάτια μου έβγαζε συναίσθημα γιατί ήταν σαν να έβλεπα τα σκηνικά των ταινιών να ζωντανεύουν. Η DICE χρησιμοποίησε μαεστρικά την τεχνική του photogrammetry για να σκανάρει και να προσδώσει την απαραίτητη αυθεντικότητα στην μεταφορά των σύμπαντος από ύλη σε ψηφιακή “ύλη” σε κάθε μοντέλο χαρακτήρα, όπλου και οχήματος.

Το αποτέλεσμα είναι απαράμιλλο από όπου και να το κοιτούσα καθώς η απεικόνιση αγγίζει φωτορεαλιστικά επίπεδα. Έβλεπα το γυάλισμα στο κράνος και το visor του Vader να δέχεται φως από κάθε κατεύθυνση, τις αμυχές στις στολές των Stormtroopers, τα σκισίματα στις στολές των Rebels, το γδάρσιμο των όπλων είτε η επιφάνεια ήταν μεταλλική, είτε ξύλινη σε κάποια όπλα των Rebels. Tα blasters που άφηναν το χαρακτηριστικό recoil με τον καπνό όπως στην πρώτη τριλογία ήταν ένα από τα εφέ που προκαλούσαν συναίσθημα νοσταλγίας. Ακόμη και η 1:1 μεταφορά των πλανητών και των τοπίων, με ιδιαίτερη μνεία στα πυκνά δάση του Endor, την περιτριγυρισμένη από λάβα επιφάνεια του Sullust, μέχρι και το παχύ χιόνι στην επιφάνεια του Hoth, όλα μοσχομύριζαν από την μητρική φροντίδα που έδωσε η DICE.

Όλα τα παραπάνω έρχονται σε αρμονία με τα 60fps που τρέχει ο τίτλος και προσδίδουν την απαραίτητη μεστότητα στην απόκριση του gameplay. Και ο σοκαριστικά λεπτομερής και πλούσιος από εφέ τεχνικός τομέας συνεχίζει το ίδιο βιολί και στον τομέα του ήχου. Περιττό να αναφέρω πόσο όμορφα ντύνει το σύνολο η θρυλική μουσική του John Williams με τα επικά εμβατήρια να συνοδεύουν αρμονικά τα όσα γινόντουσαν επί της οθόνης. Σε αυτό που θα σταθώ είναι πόσο ψηλά ανέβασε η DICE τον πήχη στο sound design, σε σημείο που ξεπέρασε αρκετά σκαλιά των ίδιο της τον εαυτό συγκρινόμενη με το Battlefield. Ο ήχος και το πως περνούν τα lasers δίπλα από τα αυτιά μπορεί να θεωρηθεί και 3D, καθώς μπορούσα να καταλάβω ακριβώς από που ερχόντουσαν οι πυροβολισμοί, ενώ άλλοτε ο αντίλαλος από τις σπηλιές του Tatooine και του Hoth με μπέρδευε. Ένα εντυπωσιακό παράδειγμα για την ποιότητα του ήχου είναι όταν άνοιγα την ασπίδα και όταν έμπαινα μέσα μπούκωναν οι εξωτερικοί ήχοι και μόλις έβγαιναν δυνάμωναν όπως πριν. Βγάζω το καπέλο μου στην DICE για αυτά που έκανε στο τεχνικό τομέα όμως θα πρέπει να αναφέρω πόσο λασπωμένο φαίνεται στο Xbox One εξαιτίας της 720p ανάλυσης, σε σχέση με το κρυστάλλινο αποτέλεσμα που έβλεπα στο PC μου. Παρεμπιπτόντως να αναφέρω ότι το optimisation είναι πολύ καλύτερο από κάθε άλλο της τίτλο και σε ένα medium rig που έχω, το "έτρεχα" στα Ultra settings, 1080p ανάλυση και το κοντέρ καρφωμένο στα 60fps.

Συνοψίζοντας : Παρά το hype που χτίζει γύρω του, το Star Wars: Battlefront θα έλεγα πως πέφτει στην παγίδα του παραλίγο movie-tie in. Είναι εμφανές ότι η DICE έτρεχε να προλάβει το deadline της ταινίας για να συνοδευτεί από ένα παιχνίδι Star Wars και αυτό έχει εν τέλη αρνητικές επιπτώσεις στην ποιότητα του παιχνιδιού. Όχι όμως ως Star Wars τίτλος μιας και πρόκειται για το καλύτερο fan service που έγινε ποτέ σε βιντεοπαιχνίδι, αλλά ως ένα shooter που πέραν του εκπληκτικού τεχνικού τομέα, που θα γίνει σημείο αναφοράς στην τρέχουσα γενιά, χάνει τη λάμψη του όσο περνάνε οι ώρες στα modes του. Ένα shooter εκτός από ποικιλία θα πρέπει να έχει ψυχή και “παικτική’ ας μου επιτραπεί η έκφραση, υπόσταση και το Battlefront θα πρέπει να κρατήσει με τα όπλα που διαθέτει έναν άκρως απαιτητικό κοινό. Στο δια ταύτα, δυστυχώς, δεν φαίνεται να το καταφέρνει γιατί αναλώνεται στο “φαίνεσθαι” και όχι τόσο στο “είναι”.
Box Art
Tested on : PC
Developer : EA DICE
Publisher : Electronic Arts
Available for : PC, Xbox One, PS4
Release date : 2015-11-19

24 comment(s)